Με τον πόλεμο στο Βιετνάμ να πνέει τα λοίσθια, η αμερικανική κυβέρνηση εκκινεί ένα πρόγραμμα εκκένωσης ορφανών παιδιών και νηπίων με τη συνδρομή ανθρωπιστικών οργανώσεων, προς χώρες της Δύσης. Για την επιχείρηση που κράτησε μόλις 24 μέρες – από τις 3 ως τις 26 Απριλίου του 1975 – επιστρατεύτηκαν τα μεγαλύτερα μεταγωγικά της Αμερικανικής Αεροπορίας αλλά και μισθωμένα επιβατηγά Boeing 747, σε μια από τις μεγαλύτερες αερογέφυρες.
Στις αρχές του 1975, το φάσμα της ήττας και της κατάρρευσης της κυβέρνησης και του στρατού του Νοτίου Βιετνάμ ήταν παραπάνω από προφανές. Ο Βορειοβιετναμικός στρατός είχε αναλάβει ξεκάθαρα την πρωτοβουλία των κινήσεων και σημαντικές θέσεις και πόλεις του Νοτίου Βιετνάμ έπεφταν η μία μετά την άλλη. Στις 30 Μαρτίου του 1975, η κομβική πόλη και λιμάνι του Da Nang έπεσε στέλνοντας ξεκάθαρο μήνυμα ότι το τέλος ήταν κοντά.
Πολλές πολιτικές οργανώσεις που συνδέονταν με την αμερικανική παρουσία στο Βιετνάμ τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια, όπως η Εταιρεία για την Προστασία των Ορφανών του Βιετνάμ (Society for the Protection of Vietnamese Orphans, SPOVO), Φίλοι των Παιδιών του Βιετνάμ (Friends of Children of Viet Nam, FCVN), Φίλοι Όλων των Παιδιών (Friends For All Children, FFAC), Υπηρεσία Καθολικής Ανακούφισης (Catholic Relief Service), Διεθνείς Κοινωνικές Υπηρεσίες (International Social Services), Ορφανά του Κόσμου (International Orphans) και το Ίδρυμα Pearl S. Buck, προσέγγισαν τότε την κυβέρνηση των ΗΠΑ και τον ίδιο τον Πρόεδρο Φορντ προσωπικά, για να οργανώσουν μια επιχείρηση φυγάδευσης των δεκάδων χιλιάδων ορφανών του πολέμου σε ασφαλείς χώρες όπου θα είχαν μια καλύτερη ζωή και ευκαιρίες για υιοθεσία από ανάδοχες οικογένειες.
Η κίνηση δεν ήταν χωρίς προηγούμενο. Το 1960, περί τα 14.000 παιδιά απεστάλησαν στις ΗΠΑ από την Κούβα σε μια ανάλογη προσπάθεια (Επιχείρηση Peter Pan). Με τις στρατιωτικές δυνάμεις του τακτικού στρατού του Βορείου Βιετνάμ να πλησιάζουν στην πρωτεύουσα Σαϊγκόν, ο πρόεδρος Τζέραλντ Φόρντ ανακοίνωσε στις 3 Απριλίου ότι οι ΗΠΑ θα διέθεταν κάθε διαθέσιμο μέσο για να βοηθήσουν τα ορφανά του πολέμου, ανάμεσα τους και παιδιά αμερικανών στρατιωτών αλλά και πολιτών που σκοτώθηκαν συνεπεία του πολέμου, ώστε να εκκενωθούν προς τις ΗΠΑ, την Αυστραλία και την Ευρώπη.

Η ανακοίνωση έθεσε σε κίνηση μια σειρά πολιτικών οργανώσεων που θα συγκέντρωναν τα παιδιά, πολλά από αυτά σε νηπιακή ηλικία, και θα τα συνόδευαν από το αεροδρόμιο της Σαϊγκόν προς την αεροπορική βάση Clark, στις Φιλιππίνες και από εκεί σε διάφορους προορισμούς. Ο κλήρος από στρατιωτικής πλευράς έπεσε στην 62η Πτέρυγα Στρατιωτικών Μεταφορών της Πολεμικής Αεροπορίας των ΗΠΑ και στο προσωπικό των γιγαντιαίων C-5 Galaxy και C-141 Starlifter.

Δυστυχώς η επιχειρήση ξεκίνησε με μια μεγάλη καταστροφή. Η πρώτη οργανωμένη πτήση έγινε με C-5A Galaxy (Ser. No. 68-0218). Το αεροσκάφος είχε 29 άτομα πλήρωμα και 285 επιβάτες, βρέφη, παιδιά, συνοδούς, νοσοκόμες, μέλη οργανώσεων υιοθεσίας, προσωπικό της αμερικανικής πρεσβείας. Κάπου 15 λεπτά μετά την απογείωση, κι ενώ το αεροσκάφος πετούσε στα 23.000 πόδια 24 χιλιόμετρα από τις ακτές του Βιετνάμ πάνω από την Νότια Κινεζική Θάλασσα, μια ξαφνική έκρηξη αποκόλλησε τις θύρες επιβίβασης στην πίσω ράμπα προκαλώντας αποσυμπίεση στο εσωτερικό του.
Τελικά, το Galaxy κατάφερε να επιστρέψει στο Βιετνάμ αλλά προσγειώθηκε βαριά λίγο μετά τις 16:45 σε ένα ρυζοχώραφο πριν το αεροδρόμιο Tan Son Nhut, ανέκτησε για λίγο ύψος περνώντας πάνω από τον ποταμό Saigon και τελικά σύρθηκε με την κοιλιά με τις πτέρυγες να αποκολλώνται και το καύσιμο εντός τους να πιάνει φωτιά ενώ η άτρακτος διασπάστηκε σε τέσσερα κομμάτια. Από τους 314 επιβαίνοντες, 138 σκοτώθηκαν, μεταξύ τους 78 παιδιά, 35 μέλη του πολιτικού προσωπικού του υπουργείου Αμύνης και 11 στρατιωτικοί της Αεροπορίας των ΗΠΑ. Άλλοι 176 επέζησαν με τραυματισμούς.
Το περιστατικό συντάραξε τους συμμετέχοντες στην επιχείρηση Babylift, που πλέον αποτελούσε μέρος της ευρύτερης επιχείρησης εκκένωσης (Επιχείρηση New Life) πολιτών και στρατιωτικών του Νοτίου Βιετνάμ και προκάλεσε την προσωρινή καθήλωση του στόλου των C-5 Galaxy, με το βάρος να πέφτει αποκλειστικά στα C-141. Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ποτέ κάποια δολιοφθορά ή εξωτερικό πλήγμα στο αεροσκάφος και η επιχείρηση συνέχισε κανονικά.
Συνολικά, μέχρι τις 26 Απριλίου, που το αεροδρόμιο Tan Son Nhut τέθηκε υπό τα πυρά του πυροβολικού του Βορειοβιετναμικού στρατού και οι πτήσεις διακόπηκαν, κάπου μεταξύ 2.500 και 3.000 ορφανά παιδιά και νήπια μεταφέρθηκαν εκτός της χώρας και από εκεί στις ΗΠΑ, στην Αυστραλία, στη Δυτική Γερμανία, στη Γαλλία και στον Καναδά. Τα παιδιά αυτά υιοθετήθηκαν από ανάδοχες οικογένειες και πολιτογραφήθηκαν στις χώρες αυτές.
Στα χρόνια που ακολούθησαν ασκήθηκε κριτική για τον τρόπο που τα παιδιά απομακρύθηκαν από τη χώρα και στις συνθήκες υιοθεσίας τους, ενώ κάποια δεν ήταν καν ορφανά. Ωστόσο, σε συνθήκες πολέμου τα λάθη και οι παρατυπίες δυστυχώς είναι ο κανόνας κι όχι η εξαίρεση. Κριτική δέχτηκε κι ο πρόεδρος Φορντ, με πολιτικούς του αντιπάλους και δημοσιογράφους να τον κατηγορούν για εκμετάλλευση του γεγονότος για προπαγανδιστικούς λόγους. Ότι δηλαδή πρόβαλλαν την διάσωση των παιδιών για να αντιστρέψουν το αρνητικό κλίμα στην αμερικανική κοινωνία για τον πόλεμο στο Βιετνάμ.
ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ – 29 Απριλίου 1975: Operation “Frequent Wind”, η δραματική εκκένωση της Σαϊγκόν
Μια άλλη παράμετρος της ιστορίας είναι πως δεν καταβλήθηκαν ιδιαίτερες προσπάθειες να πιστοποιηθεί η ταυτότητα των παιδιών που εκκενώθηκαν, πολλά από τα οποία κατέληξαν σε ανάδοχες οικογένειες χωρίς στοιχεία και με ελάχιστα πληροφορίες. Σήμερα η Μη Κυβερνητική Οργάνωση Operation Reunite χρησιμοποιεί μέθοδο ταυτοποίησης με DNA για όσα από τα παιδιά επιθυμούν να συναντήσουν τους συγγενείς τους.