Έχετε φανταστεί ποτέ, ένα σύγχρονο αεροσκάφος τόσο μεγάλο που να μπορεί να μεταφέρει μια πτέρυγα μαχητικών αεροσκαφών, μια ταξιαρχία αλεξιπτωτιστών ή το φορτίο ενός μικρού πλοίου στο εσωτερικό του, ενώ πετά στη στρατόσφαιρα για πάνω από 40 ημέρες χωρίς κανέναν ανεφοδιασμό; Οι σχεδιαστές της δεκαετίας του 1960 το σκέφτηκαν σίγουρα και μάλιστα παρέδωσαν και λεπτομερή σχέδια για να το κάνουν πραγματικότητα, που αν και ποτέ δεν έλαβε “σάρκα και οστά”, παραμένει ένα από τα πιο φιλοδοξα προγράμματα της αεροναυτικής μέχρι και σήμερα.
Το σχέδιο, όπως κάθε φιλόδοξο πρόγραμμα, έχει τις ρίζες του στην επίλυση ενός προβλήματος που μοιάζει φυσικά αδύνατο. Στα μέσα της δεκαετίας του 1960, οι ΗΠΑ αμφιταλαντεύονταν σε μια περίοδο έντονης αμφισβήτησης αξιών και μεγάλης πίεσης σε διεθνές επίπεδο. Με την ικανότητά τους να επεμβαίνουν σε διάφορα σημεία της υδρογείου σχεδόν αποκλειστικά εξαρτώμενη από το Αμερικανικό Ναυτικό και τις υπερπόντιες βάσεις τους, οι στρατηγιστές σκέφτηκαν πώς θα μπορούσαν να διατηρήσουν αυτήν την ικανότητα αν οι συμμαχικές στις ΗΠΑ χώρες κατέρρεαν ή μετέβαλλαν τη στάση τους και οι ΗΠΑ έμεναν απομονωμένες.

Η απάντηση ήρθε από ένα πειραματικό πρόγραμμα της Lockheed, που οδήγησε στη σχεδίαση ενός γιγαντιαίου αεροσκάφους, μήκους 170 μέτρων και εκπετάσματος πτέρυγας 341 μέτρων. Το θηριώδες αεροσκάφος, που θα ζύγιζε 5.265 τόνους, ακολουθούσε μια σχεδίαση με την κυλινδρική άτρακτο να ενσωματώνεται σε μια δελτοειδή πτέρυγα. Οι τέσσερις υπερ-κινητήρες θα τοποθετούνταν πάνω από το ύψος των πτερύγων στο οπίσθιο τμήμα, εκατέρωθεν του καθέτου σταθερού.
Η ιδέα του σχεδίου προήλθε από το παλιότερο σχέδιο της Lockheed το CL-1170 που ποτέ δεν υιοθετήθηκε ενώ θύμιζε την τεχνολογία που ενσωμάτωνε τη σειρά βρετανικών αεροσκαφών στρατηγικού βομβαρδισμού σειράς ‘V’.

Η διαφορά του CL-1201 ήταν στο μέγεθος, που ξεπερνούσε οτιδήποτε μέχρι τότε οποιοσδήποτε αεροναυπηγός είχε οραματιστεί ή κατασκευάσει. Η πτερυγιακή επιφάνεια του αεροσκάφους έφτανε τα 11.630 τετραγωνικά μέτρα ενώ αν στρεφόταν κατά 90 μοίρες οι άκρες της πτέρυγας θα ξεπερνούσαν τον πύργο του Άιφελ κατά 31 μέτρα. Για την απογείωσή του χρησιμοποιούνταν επιπλέον 182 κινητήρες με φορά κάθετη για να προσφέρουν την απαραίτητη άνωση, κινητήρες παρόμοιους με αυτούς που κινούσαν το Boeing 747 “Jumbo jet”, που εκείνον τον καιρό έκανε τα πρώτα του βήματα. Για να απογειωθεί ο ιπτάμενος γίγαντας χρειαζόταν μια συνολική απόδοση από όλους τους κινητήρες ύψους 15 εκατομμυρίων λιβρών.

Ιδιαίτερα ευρηματική ήταν η πηγή πρόωσης του αεροσκάφους, με τους μηχανικούς να καταλήγουν πως μόνο ένας μικρός πυρηνικός αντιδραστήρας θα μπορούσε να παράξει αρκετή ενέργεια για να κινήσει τον εναέριο γίγαντα και να τον κρατήσει στον αέρα για μέρες. Ο αντιδραστήρας ήταν σχεδιασμένος να έχει διάμετρο 10 μέτρων και να αποδίδει 1.830 Μεγαβάτ. Η θερμότητα που παρήγαγε θέρμαινε τον αέρα που περνούσε από τους τέσσερις κτηνώδεις αεριοστροβίλους από πάνω του παραδίδοντας ώση 500.000 λιβρών. Αυτό όμως μόνον όταν το αεροσκάφος πετούσε σε μεγάλα ύψη, για την χαμηλή πτήση κάτω από τα 16.000 πόδια, κατά την απογείωση και προσγείωση, οι κινητήρες χρησιμοποιούσαν κανονικό καύσιμο κηροζίνης JP-5.

Με πυρηνική πρόωση, το CL-1201 μπορούσε να διατηρήσει σταθερή ταχύτητα πλεύσης 0,8 Μαχ στα 30.000 πόδια και άνω για τουλάχιστον 41 μέρες εν πτήσει. Ο χρόνος πτήσης δεν είχε να κάνει με το αεροπορικό καύσιμο, αφού η πυρηνική πρόωση -μικρoί αντιδραστήρες είχαν ήδη δοκιμαστεί αλλού, όπως σε υποβρύχια ή στο πυρηνοκίνητο εμπορικό πλοίο NS Savannah από το 1958- δεν χρειαζόταν ανανέωση του ραδιενεργού καυσίμου για τουλάχιστον 1.000 ώρες πτήσης και μπορούσε να πετά θεωρητικά για μήνες. Ο χρονικός περιορισμός ήταν ενδεικτικός και είχε να κάνει με τα αποθέματα τροφής για το πλήρωμα και την έκθεση του ανθρώπου σε περιορισμένους χώρους σε συνθήκες επιχειρήσεων.
Το πλήρωμα του CL-1201 ανερχόταν σε 475 με 800 άτομα, ανάλογα με την αποστολή του. Το αεροσκάφος σχεδιάστηκε σε δύο βασικές διαμορφώσεις: την CL-1201-1-1 και το CL-1201-1-3. Η ονοματοδοσία υπονοεί ότι υπήρχε και μια ενδιάμεση έκδοση (CL-1201-1-2) για την οποία δεν υπάρχουν πληροφορίες.

Η πρώτη έκδοση, CL-1201-1-1 AAC (Attack Aircraft Carrier) ήταν μια “επιθετική” διαμόρφωση, με τον εναέριο γίγαντα να μεταφέρει συνολικά 24 μαχητικά αεροσκάφη με τα πληρώματά τους, 11 κάτω από κάθε πτέρυγα και δύο επιπλέον στην κοιλιακή χώρα. Τα πληρώματα των μαχητικών διαβιούσαν εντός του αεροσκάφους, που διέθετε χώρους ενδιαιτήσεων, εστίασης, αποχωρητήρια, ντουζ και χώρους ενημέρωσης και διασκέδασης, και εισέρχονταν στο πιλοτήριο μέσα από διαδρόμους εντός των πτερύγων. Αν και δεν διευκρινίζεται ο τύπος των αεροσκαφών, υποθέσεις καταδεικνύουν τα F-4 Phantom ή τα Α-4 Skyhawk ως αεροσκάφη πολλαπλού ρόλου που θα εξαπολύονταν από το μητρικό εναέριο αεροπλανοφόρο.
Η δεύτερη έκδοση CL-1201-1-3 LSA (Logistical Support Aircraft) ήταν έκδοση μεταφορών, και μετέφερε ένα πλήρες τάγμα επίλεκτου πεζικού ή αλεξιπτωτιστών με τους αντίστοιχους χώρους ενδιαιτήσεων και αποθήκες υλικού. Συνολικά, 400 άτομα εφόδου, με 1.000 τόνους εξοπλισμού για να αντέξουν για 30 μέρες μαχών υποστηριζόμενοι από πλήρωμα 475 ανδρών.

Η επιχειρησιακή δράση των γιγάντων των αιθέρων δεν ήταν λιγότερο ευφάνταστη. Καθώς τα αεροσκάφη αυτού του μεγέθους δεν προβλεπόταν να προσγειωθούν, θα πετούσαν σε μικτό σχηματισμό 3-4 επιθετικών AAC και 4-5 μεταγωγικών LSA, κοντά στην περιοχή του στόχου. Τα AAC θα εξαπέλυαν τα μαχητικά αεροσκάφη κρούσης (συνολικά 72-96 μαχητικά) παρέχοντας εναέρια κάλυψη και τακτική υποστήριξη. Τα ίδια τα AAC προβλεπόταν να έχουν την δυνατότητα εξαπόλυσης 10 πυραύλων cruise το καθένα για στρατηγικά πλήγματα που θα αποδιοργάνωναν την εχθρική άμυνα.
Στη συνέχεια, θα γινόταν η σταδιακή απόβαση στρατευμάτων από τα LSA. Για το λόγο αυτόν προβλεπόταν δύναμη 7-10 μικρότερων αεροσκαφών Boeing 707 ή 747 ανά αεροσκάφος LSA, που θα προσέγγιζε το πίσω μέρος των μεγάλων μεταγωγικών και θα προκολλάτο σε ειδικό χώρο που θα επέτρεπε την ασφαλή επιβίβαση 400 ανδρών με τον εξοπλισμό τους και τη μετακίνησή τους σε εξασφαλισμένα αεροδρόμια ή τη ρίψη τους με αλεξίπτωτο από πολύ χαμηλότερα ύψη.

Η ιδέα της χρήσης τέτοιων αεροσκαφών και η πραγματοποίηση επιχειρήσεων από τα 35.000-40.000 πόδια πετώντας για μέρες σε αποστάσεις 240-400 χλμ. από το στόχο, προκαλεί θαυμασμό και πνίγει το σχέδιο με σωρεία ερωτημάτων. Ερωτήματα όπως: πως θα αντιμετωπίζονταν τεχνικά προβλήματα τις ατελείωτες ώρες της πτήσης δεκάδες χιλιάδες χιλιόμετρα από τη βάση επιχειρήσεων, πώς θα αποκολλούνταν τα μαχητικά από το γιγάντιο “αεροπλανοφόρο” χωρίς να παρασυρθούν από τα πανίσχυρα ρεύματα που θα προκαλούσε η θηριώδης πτέρυγα ή πώς θα ανεφοδιάζονταν τα αεροσκάφη με όπλα και καύσιμα αφού είχαν εξαπολυθεί.
Βασικότερα ερωτήματα όπως πως θα αντιμετωπιζόταν μια εχθρική επίθεση στα 40.000 πόδια, οι μηχανικοί της Lockheed απαντούσαν με επιχειρήματα όπως πυραύλους από τα μητρικά CL-1201 ή δέσμες λέιζερ αλλά πολλά αφήνονταν στην φαντασία και χάνονται στη μυστικότητα ενός σχεδίου για το οποίο ελάχιστα είναι ευρέως γνωστά.
Γεγονός είναι πως η δεκαετία του 1960 ήταν μια εποχή πολύ μεγαλύτερης αισιοδοξίας από τη σημερινή στους τομείς της τεχνολογίας και των ορίων που είχε ή όπως κάποιοι πίστευαν ότι δεν είχε. Το πρόγραμμα CL-1201, όπως και πολλά άλλα, δεν υλοποιήθηκε ποτέ. Καλύτερα ίσως…

