Πολλοί ευρωπαϊκοί στρατοί βρέθηκαν στις δεκαετίες του 1960-70 να εντάσσουν στο οπλοστάσιο τους υλικά από αμερικανικά αποθέματα και εργοστάσια, όπως τα τεθωρακισμένα Μ-113, τα άρματα Μ-24, Μ-41, Μ-47 και Μ-48 καθώς και τα αυτοκινούμενα οβιδοβόλα Μ-109. Για τις κυβερνήσεις των δυτικοευρωπαϊκών χωρών όμως, όπως και για τη βιομηχανική τους βάση, αυτό δεν μπορούσε να συνεχιστεί.
Το πρόγραμμα SP70 βρίσκει τη γέννησή του περίπου εκείνη την περίοδο (τυπικά γύρω στο 1973), ως απαίτηση αντικατάστασης των παλαιμάχων οβιδοβόλων του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και των παλαιότερων εκδόσεων του Μ-109, με ένα καθαρά ευρωπαϊκό, σύγχρονο πυροβόλο.
Το SP-70 οργανώθηκε ως τριεθνές πρόγραμμα ανάπτυξης, αρχικά μεταξύ Δυτικής Γερμανίας, Βρετανίας και Ηνωμένων Πολιτειών. Τρία χρόνια μετά, οι ΗΠΑ αποχώρησαν και τη θέση της πήρε η Ιταλία, με κοινό στόχο ένα αυτοκινούμενο οβιδοβόλο που θα ακολουθούσε με άνεση τους τεθωρακισμένους σχηματισμούς, θα εξέπεμπε έμμεσα πυρά υποστήριξης στα στρατεύματα και θα μοιραζόταν όσο το δυνατόν περισσότερα υποσυστήματα με τα τεθωρακισμένα, απλοποιώντας έτσι τις ανάγκες εκπαίδευσης και τον όγκο των ανταλλακτικών που θα έπρεπε να φθάνει στην πρώτη γραμμή.

Στην περίπτωση του ευρωπαϊκού αυτού αυτοκινούμενου οβιδοβόλου, δεν υπήρχε άλλη επιλογή από το επίσης κοινοπρακτικής ανάπτυξης FH70, ένα ρυμουλκούμενο «ευρω-πυροβόλο», η ανάπτυξη του οποίου είχε ξεκινήσει λίγα χρόνια πριν, το 1966. Έτσι το FH-0 των 155mm με κάννη 39 διαμετρημάτων και χαλινωτήριο κάννης δύο σταδιών, όφειλε να ενσωματωθεί σε έναν κλειστό πύργο με θωράκιση, που θα προφύλασσε από πυρά όπλων πεζικού και θραύσματα πυροβολικού.
Η ανάπτυξη μοιράστηκε μεταξύ των τριών συμμετεχόντων, με τη Γερμανία να αναλαμβάνει το όχημα-φορέα και το συγκρότημα ισχύος (με τις εταιρείς MTU και Porsche), τη Βρετανία τη σχεδίαση του πύργου και τα σκοπευτικά (με τη Vickers) και την Ιταλία να αναλαμβάνει τα συστήματα οπισθοδρόμησης και επαναγέμισης και ορισμένα υποσυστήματα στο πήγμα (με την Oto Melara).

Το όχημα-φορέας προερχόταν από το άρμα Leopard-1 το οποίο είχε γνωρίσει ήδη μεγάλη διάδοση μεταξύ των χωρών-μελών του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη και κατασκευαζόταν στη Δυτική Γερμανία (Porche) και στην Ιταλία κατόπιν αδείας (Oto Melara).Ο υδρόψυκτος κινητήρας diesel MB 871 της MTU που απέδιδε 1.000 ίππους, χάριζε στο όχημα έναν λόγο ισχύος/βάρος 22 ίππων ανά τόνο, με εξαιρετικές ικανότητες εκτός δρόμου και εμβέλεια 420-550 χιλιόμετρα ανάλογα την ποιότητα του εδάφους, αλλά αρκετό για να ακολουθήσει την κίνηση των τεθωρακισμένων της εποχής.
Σημαντική πρόκληση για τους σχεδιαστές αποτέλεσε η ανάρτηση του πυροβόλου FH70, με τον κιλλίβαντα και το σύστημα οπισθοδρόμησης να είναι ιδιαίτερα ογκώδη. Ο πύργος φιλοξενούσε επίσης τέσσερα από τα πέντε μέλη του πληρώματος (ο οδηγός ήταν μπροστά, στο πήγμα) και αναχορηγία 32 βλημάτων και γεμισμάτων στο πίσω μέρος. Ακόμη τοποθετήθηκαν εκτός πύργου ογκώδεις κύλινδροι υδροπνευματικής σταθεροποίησης και κίνησης στην κάθετο, για την απαραίτητη ευελιξία βολής.

Ο πύργος ήταν κατασκευασμένος από αλουμίνιο, που παρείχε προστασία από βολές φορητών όπλων από κάθε απόσταση, θραύσματα πυροβολικού 152mm από τα δέκα μέτρα και βολές διατρητικών βολίδων βαρέως πολυβόλου 14,5mm από τα 100 μέτρα. Προβλεπόταν επίσης πλήρης προστασία NBC (δηλαδή από ραδιενεργούς-χημικούς-βιολογικούς παράγοντες).
Σημαντικό πρόβλημα ήταν ο ρυθμός βολής. Ο Γερμανικός Στρατός επέμενε ότι το SP-70 όφειλε να είναι ικανό να εξαπολύσει μια ριπή τριών βλημάτων σε δέκα δευτερόλεπτα, κάτι που αποδείχθηκε δύσκολο. Ακόμη είχε χρησιμοποιηθεί σημαντικό μέρος του εσωτερικού χώρου για το σύστημα αυτοματοποιημένης διαχείρισης πυρομαχικών και επαναγέμισης, ώστε να τηρείται υψηλή ταχυβολία. Μετά την εξάντληση των εσωτερικών πυρομαχικών από τους “γεμιστήρες” αστεροειδούς τύπου, η επαναφόρτωση γινόταν σχεδόν αυτόματα, με ανάπτυξη ενός πολύπλοκης κατασκευής ηλεκτροκίνητου βραχιόνα από το πίσω μέρος του πύργου, ο οποίος έπαιρνε τα βλήματα και τα προωθούσε στο εσωτερικό στην κατάλληλη θέση. Αν και τελικά, η ριπή των 3 βλημάτων σε 10” ‘έγινε δυνατή, το πυροβόλο διατηρούσε έναν σταθερό ρυθμό βολής 4-6 βολών ανά λεπτό, και τελικά 2 βολών το λεπτό σε διάστημα μιας ώρας, όχι δηλαδή κάτι πολύ εντυπωσιακό.

Το πυροβόλο του SP70 μπορούσε να βάλλει όλη την γκάμα πυρομαχικών του FH70 επιτυγχάνοντας αποτελεσματικό βεληνεκές 24 χλμ. με απλά βλήματα HE, καπνογόνα ή λευκού φωσφόρου και 30 χλμ. με βλήματα καιόμενης βάσης.

Το 1986, ενώ είχαν παραχθεί τα αρχικά πρωτότυπα και δοκιμαστεί, μετά από πολλές διχογνωμίες και απογοήτευση για τεχνικές αστοχίες, το πρόγραμμα ακυρώθηκε. Πρώτος λόγος ήταν η “πολυεθνική” φύση του. Το γεγονός ότι είχαμε τρεις χώρες ανάπτυξης πρακτικά σήμαινε τρεις πελάτες με διαφορετικές προτιμήσεις, διαφορετικούς στόχους και διαφορετική άποψη για το πώς πρέπει να λειτουργήσει ένα οπλικό σύστημα, ενώ βέβαια ενδόμυχα, όλοι θα προτιμούσαν ένα “εθνικό” οβιδοβόλο.

Δεύτερος λόγος ήταν το τεχνολογικό ρίσκο. Αν και ήταν κατανοητό πως οι Ευρωπαίοι εταίροι του προγράμματος ανέμεναν το σύστημα να είναι ένα βήμα μπροστά από τα παλιότερα αμερικανικά δείγματα (Μ-44 και M-55 θα ήταν τα πρώτα που θα αποσύρονταν), οι απαιτήσεις τους σύντομα έγιναν μη ρεαλιστικές. Στο τέλος, η καθυστέρηση του προγράμματος από αλλεπάλληλες τεχνικές αστοχίες από κέντρα και πρωτότυπα που αναπτύσσονταν παράλληλα σε διαφορετικές τοποθεσίες χωρίς κεντρικό έλεγχο, οδήγησαν στην απόρριψη.

Ως τρίτο λόγο θα αναφέρουμε την λειτουργικότητα του σχεδίου. Την εποχή εκείνη, πολλές βιομηχανίες ήθελαν να εφορμόσουν την πρακτική plug-and-play, όπου ένα σασί άρματος μάχης, με την αφαίρεση του πύργου του άρματος θα γινόταν αυτοκινούμενο οβιδοβόλο με άλλο πύργο. Το σχέδιο εφαρμόστηκε με περιορισμένη επιτυχία στο γαλλικό GCT 155mm AuF 1 της GIAT όπου ένας κιβωτιόσχημος, ευμεγέθης πύργος με το πεδινό οβιδοβόλο CN 155 AUF1 τοποθετήθηκε στο πήγμα ενός AMX-30. Ωστόσο μια τέτοια λύση δεν είναι πολύ πρακτική, καθώς ο κινητήρας στο πίσω μέρος, δεν επιτρέπει τη χρήση του χώρου αυτού για αποθήκευση πυρομαχικών και εξυπηρέτηση του πυροβόλου. Ακόμη για να εξισορροπηθεί η βολή, ο πύργος περιστρεφόταν και έβαλλε προς το πίσω μέρος του οχήματος. Ενώ το περίπλοκο σύστημα επαναφόρτωσης πυρομαχικών ήταν ευάλωτο σε τεχνικές αστοχίες.

Αν και το πρόγραμμα SP-70 δεν ολοκληρώθηκε ποτέ για να γίνει επιχειρησιακό, η κληρονομιά που άφησε ήταν σημαντική. Το σχέδιο βρήκε έκφραση στο ιταλικό πρόγραμμα Palmaria της Oto Melara, ένα οβιδοβόλο των 155mm σε ευμεγέθη πύργο με την προοπτική να τοποθετηθεί σε ένα μεσαίο σασί άρματος. Πάνω από 250 οχήματα πουλήθηκαν σε χώρες του εξωτερικού, με φορέα από το άρμα OF-40, εξέλιξη του Leopard-1.
Σε βρετανική υπηρεσία, το πρόγραμμα έδωσε τεχνογνωσία για την ανάπτυξη του AS-90 (“Artillery System for the 1990s”) με την Vickers να παραδίδει 180 περίπου οβιδοβόλα μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1980. Αυτά έλαβαν μέρος στους δύο πολέμους του Κόλπου με καλά αποτελέσματα, αναβαθμίστηκαν, ενώ με την απόσυρσή τους το 2022, παραδόθηκαν στην Ουκρανία για να αντιμετωπίσει την ρωσική εισβολή. Σύμφωνα με τους Ουκρανούς, τα AS-90 απέδωσαν, ξεπερνώντας σε ακρίβεια και βεληνεκές τα δικά τους σοβιετικά δείγματα.
Οι Γερμανοί από την πλευρά τους εφάρμοσαν τα μαθήματα από το SP70 στην ανάπτυξη ενός δικού τους αυτοκινουμένου πυροβόλου με κάννη 52 διαμετρημάτων και βεληνεκές 30-40 χλμ. Οπότε φθάσαμε στον γνωστό PzH 2000 (Panzerhaubitze 2000), όπου 185 παραδόθηκαν στον Ομοσπονδιακό Γερμανικό Στρατό και άλλα 70 στον Ιταλικό (και η Ελλάδα είναι χρήστης με 24).
Σήμερα, πρωτότυπα του SP70 υπάρχουν στα μουσεία των βιομηχανιών που ενεπλάκησαν στην ανάπτυξή του, και ένα βρίσκεται στο μουσείο της Ακαδημίας Άμυνας του Ηνωμένου Βασιλείου, στο Shrivenham.

