ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ – 24 Ιουλίου 1923: Λωζάννη, η βάση των σύγχρονων Ελληνοτουρκικών σχέσεων

Υπογράφεται στη Λωζάννη της Ελβετίας (Lausanne) η ομώνυμη συνθήκη που τερμάτιζε οριστικά τις εχθροπραξίες μεταξύ του κράτους της νέας Τουρκίας με τους αντιμαχομένους της από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (Ελλάδα, Βρετανία, Γαλλία, Ιταλία, Ιαπωνία και Ρουμανία).

Η συνθήκη αντικατέστησε αυτή των Σεβρών (Sèvres), τρία χρόνια νωρίτερα μεταξύ των δυνάμεων της Entente Cordiale και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που όμως η ηγεσία των Nεοτούρκων ποτέ δεν αποδέχθηκε.

Η συνθήκη της Λωζάννης ρύθμισε το καθεστώς των Στενών του Βοσπόρου –πάγια βρετανική αξίωση- και καθόριζε τα σύνορα με την Ελλάδα, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, καθώς και με την Ιταλία, τη Γαλλία και Βρετανία (δηλαδή με τις περιοχές Εντολής τους στη Μέση Ανατολή). Σε ό,τι αφορά στην Ελλάδα, η Τουρκία δια της Συνθήκης παραιτήθηκε πάσης αξίωσης στα Δωδεκάνησα, που η Ιταλία είχε υποσχεθεί να της επιστρέψει το 1912 αλλά ανακάλεσε με την κήρυξη του παγκοσμίου πολέμου. Επίσης αναγνώρισε την απώλεια από μέρους της της Κύπρου, που το 1878 είχε περάσει υπό βρετανική διοίκηση, παραμένοντας τουρκικό έδαφος με το γράμμα των τότε συνθηκών.

Για την Ελλάδα, αναγνωριζόταν το υπάρχον εδαφικό status quo, με τα σύνορα να ορίζονται από την κοίτη του ποταμού Έβρου, το Αιγαίο και παρέχονταν εγγυήσεις για την προστασία των ελληνορθόδοξων πληθυσμών στην Κωνσταντινούπολη και τα νησιά Ίμβρου και Τενέδου καθώς και του μουσουλμανικού πληθυσμού της δυτικής Θράκης (όλοι οι άλλοι είχαν ανταλλαγεί ήδη με τη συνθήκη ανταλλαγής των πληθυσμών). Το καθεστώς των νησιών Ίμβρου και Τενέδου αναγνωριζόταν ως ειδικό διοικητικά.

Ποιά ήταν η αξία της συνθήκης; Η Οθωμανική αυτοκρατορία είχε πάψει να υπάρχει τυπικά μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η εποχή των πολυεθνικών αυτοκρατοριών είχε τελειώσει και μια νέα εποχή, αυτή του κράτους-έθνους, ανέτειλε με την απαραίτητη προστασία των ισχυρών (μια αξία που έμεινε αμετάβλητη). Ως αποτέλεσμα, η χάραξη των συνόρων της νέας Τουρκίας έγινε με ζηλευτή λεπτομέρεια. Τα σύνορα προς την Ελλάδα και τη Βουλγαρία τακτοποιήθηκαν και όλες οι πλευρές συμφώνησαν να τα τηρούν.

Η ανταλλαγή των πληθυσμών, η πρώτη που είχε υποχρεωτική ισχύ, μετακίνησε πάνω από 2 εκατομμύρια ανθρώπους (με τη θέλησή τους ή όχι, κυρίως όμως χωρίς αυτήν) και από τις δύο όχθες του Αιγαίου “εκκαθαρίζοντας” τις δύο χώρες και αφήνοντάς τες εθνικά ομοιογενείς και χωρίς μελλοντικές διεκδικήσεις. Δεν ήταν η πρώτη φορά που η βίαιη αυτή πράξη εφαρμοζόταν και δυστυχώς, ούτε η τελευταία.

Ο Βενιζέλος, αρχιτέκτονας της Μεγάλης Ιδέας μόλις πέντε χρόνια πριν, ηγήθηκε των διαπραγματεύσεων από ελληνικής πλευράς, διασώζοντας, τουλάχιστον, το Αιγαίο και την Θράκη εις βάρος όμως της Μικράς Ασίας. Πολλά έχουν γραφεί για την στάση που πήρε, ιδίως ως προς τους Μικρασιάτες πρόσφυγες, που με την υπογραφή του έχασαν οριστικά κάθε δικαίωμα στις περιουσίες τους και κάθε πιθανότητα επιστροφής τους στα πατρογονικά τους εδάφη. Η στιγμή, όμως, απαιτούσε απόλυτο ρεαλισμό και ο Βενιζέλος τον είχε, παρόλα τα μειονεκτήματά του.

Η κληρονομία της Λωζάννης είναι πως άφηνε την Ελλάδα και την Τουρκία, δυο άσπονδους εχθρούς που συγκρούστηκαν επί 10 αιώνες σε μια μοναδική στιγμή, όπου παρά το αίμα και την καταστροφή, είχαν τη δυνατότητα να οικοδομήσουν μια ειλικρινή σχέση καλής γειτονίας. Από το 1923, η Ελλάδα έχοντας απορρίψει τις επιδιώξεις του παρελθόντος έδειξε πως επιθυμούσε την ηρεμία. Το ίδιο και η Τουρκία, τουλάχιστον στην αρχή. Όσο ζούσε ο Μουσταφά Κεμάλ, οι ελληνο-τουρκικές σχέσεις διέγραψαν την καλύτερη και ήρεμη φάση της ιστορίας τους. Ο θάνατός του όμως ανέδειξε πολλούς διαδόχους που δεν κινήθηκαν στο ίδιο μήκος κύματος.

Εδώ και δεκαετίες όμως, με παραβιάσεις των όρων της συνθήκης, απειλές, επιθετική ρητορική, ψυχρά και θερμά επεισόδια, η Τουρκία εκφράζει τη θέληση να αναιρέσει τους όρους της συνθήκης, σε μια πορεία αναθεωρητισμού. Χωρίς να αναλογίζεται τι ακριβώς προβλήματα μπορεί να αντιμετωπίσει από μια τέτοια απόπειρα αλλαγής συνόρων.

Most Popular