Η πόλη του Ρότερνταμ βομβαρδίζεται σκληρά από την Luftwaffe και καταστρέφεται, μια κίνηση εντυπωσιασμού και τρομοκρατίας ή για άλλους ένα τραγικό λάθος που χάθηκε στη δίνη του πολέμου, ο τραγικός επίλογος της σύντομης εκστρατείας στην Ολλανδία.
“FALL GELB”: εισβολή από τον αέρα
Στις 10 Μαΐου το πρωί, οι ουρανοί της Ολλανδίας αντήχησαν από δεκάδες κινητήρες γερμανικών αεροσκαφών, που παραβίασαν τον εναέριο χώρο στα ανατολικά της χώρας, εκκινώντας την επιχείρηση “Fall Gelb” (Κίτρινη Υπόθεση), την εκστρατεία κατά της Γαλλίας. Όπως και το 1914, ο δρόμος για τη Γαλλία περνούσε από τις Κάτω Χώρες, την Ολλανδία, το Λουξεμβούργο και το Βέλγιο, παρακάμπτοντας την εξαιρετικά οχυρωμένη “Γραμμή Μαζινώ” στα γαλλο-γερμανικά σύνορα και χτυπώντας την πίσω πόρτα της αμυντικής της διάταξης.

Φαινομενικά, οι Γερμανοί εφάρμοζαν για άλλη μια φορά το σχέδιο επιχειρήσεων “Schlieffen” προσαρμοσμένο στις ανάγκες του σύγχρονου μηχανοκίνητου πολέμου. Αντί για άλογα και πεζικό, η επίθεση περιλάμβανε δυνάμεις αλεξιπτωτιστών που θα καταλάμβαναν τις κεντρικότερες αρτηρίες και τα αεροδρόμια και τεθωρακισμένων που θα διέσχιζαν τον νοητό διάδρομο προς το Βέλγιο, προτού οι Γαλλο-Βρετανικές δυνάμεις προλάβουν να ενεργοποιηθούν για να τους συναντήσουν. Τα γερμανικά αεροσκάφη ακολούθησαν πορεία Βόρεια-Βορειοδυτικά κατευθυνόμενα φαινομενικά προς τη Βρετανία, όταν ξαφνικά έκαναν αναστροφή και επιτέθηκαν στα ολλανδικά αεροδρόμια από τα δυτικά.
Η γερμανική επίθεση βασιζόταν στον αιφνιδιασμό και στη μαζικότητα πυρός, εμπλέκοντας τα τρία στοιχεία που τους χάρισαν την επιτυχία στην Πολωνία, στη Νορβηγία και στη Δανία: την κυριαρχία της αεροπορίας, την χρήση αλεξιπτωτιστών για να ελέγξουν νευραλγικά σημεία του εχθρού και την ταχεία δράση τεθωρακισμένων. Το σχέδιο, όμως, δεν πήγε τόσο καλά.

Από τη πρώτη στιγμή, η Luftwaffe ανέπτυξε στοιχεία της 7ης Μεραρχίας Αλεξιπτωτιστών και της 22ης Αερομεταφερόμενης Μεραρχίας για να καταλάβει τα αεροδρόμια κοντά στην έδρα της ολλανδικής κυβέρνησης στη Χάγη και στο παλάτι. Οι άνδρες αυτοί προβλεπόταν να συλλάβουν την κυβέρνηση και τη βασίλισσα της χώρας. Αν το σχέδιο αποτύγχανε, είχαν εντολές να καταλάβουν τις γέφυρες Μέρντιικ, Ντόρτρεχτ και Ρότερνταμ εξασφαλίζοντας μια ασφαλή “λεωφόρο εισβολής” των μηχανοκίνητων δυνάμεων, ανοίγοντας το δρόμο προς το Βέλγιο.
Οι Ολλανδοί αντιστέκονται
Οι δυνάμεις αλεξιπτωτιστών διασκορπίστηκαν λόγω κακού υπολογισμού και ισχυρών ανέμων, ενώ τουλάχιστον για την επιχείρηση κατάληψης της Χάγης η ολλανδική αντιαεροπορική άμυνα κατέστρεψε ή προκάλεσε ζημιές σε 225 μεταγωγικά Junkers Ju-52 στον αέρα ή στο έδαφος, μπλοκάροντας τον διάδρομο για τα αεροσκάφη που θα ακολουθούσαν. Στη μάχη συμμετείχαν και μονάδες του ολλανδικού ναυτικού με το αντιτορπιλικό HNLΜS Van Galen και αριθμό ελαφρών σκαφών να πλησιάζουν τις γερμανικές θέσεις μέσα από τα κανάλια και να τις βομβαρδίζουν από μικρή απόσταση προτού βυθιστούν από τη γερμανική αεροπορία. Στο τέλος της μέρας, το μεγαλύτερο μέρος της ολλανδικής αεροπορικής δύναμης είχε καταστραφεί στον αέρα ή στο έδαφος, αλλά είχε δώσει μια μεγάλη μάχη φθοράς.

Τη νύχτα, ομάδες Γερμανών καταδρομέων Brandenburger ντυμένοι με στολές της Ολλανδικής Στρατονομίας προσπάθησαν να πλησιάσουν τις γέφυρες που αποτελούσαν το δευτερεύοντα στόχο του γερμανικού σχεδίου. Οι ολλανδικές φρουρές δεν ξεγελάστηκαν, άνοιξαν πυρ θερίζοντας πολλούς καταδρομείς και ανατίναξαν τις γέφυρες πλην μίας.
Έχοντας αποτύχει στις δύο προσπάθειες διείσδυσης στα νώτα της ολλανδικής γραμμής άμυνας, οι Γερμανοί ξεκίνησαν να διαβαίνουν τα κανάλια με μονάδες πεζικού. Η ολλανδική άμυνα, οργανωμένη σε γραμμές ανάσχεσης, πολυβολεία και χαρακώματα κατά μήκος των καναλιών αυτών, κατόρθωσε να αναχαιτίσει το πρώτο κύμα επιθέσεων και μετά ένα δεύτερο. Η Luftwaffe όμως έχοντας εντοπίσει πλέον τα ισχυρά σημεία της, κατάφερε με τα Stukas να καταστρέψει τα ολλανδικά πολυβολεία και η τρίτη προσπάθεια διάπλου των καναλιών ήταν επιτυχής.

Η γερμανική επιτυχία οδήγησε την Ολλανδική ηγεσία να διατάξει τακτική υποχώρηση στη δεύτερη γραμμή άμυνας, μια απόφαση που όμως οδήγησε σταδιακά στην αποδιοργάνωση της ολλανδικής αντίστασης. Αν και πιεζόμενοι από ξηράς και αέρος, οι Ολλανδοί στρατιώτες εγκατέλειπαν καλά προετοιμασμένες θέσεις για μια πιο πρόχειρη και ελλιπώς υποστηριζόμενη από πυροβολικό θέση άμυνας με την ελπίδα πως γαλλικές και βρετανικές δυνάμεις θα έσπευδαν γρήγορα να ενωθούν μαζί τους. Η ελπίδα είχε βάση. Στοιχεία μιας γαλλικής τεθωρακισμένης μεραρχίας είχαν ήδη περάσει τα σύνορα αλλά αρνούνταν να προωθηθούν μόνα για να καλύψουν την ολλανδική υποχώρηση που σταδιακά γινόταν όλο και πιο γενικευμένη.
Παράλληλα, στόχος των Ολλανδών έγινε η εξάλειψη των προγεφυρωμάτων των Γερμανών αλεξιπτωτιστών, που αν και είχαν αποτύχει στους στόχους τους, τηρούσαν ισχυρή στάση άμυνας με ελαφρύ οπλισμό απαγορεύοντας την πρόσβαση σε σημαντικές αρτηρίες συγκοινωνιών. Αρκετές επιθέσεις των Ολλανδών απέτυχαν να ανατρέψουν τις γερμανικές θέσεις. Οι Ολλανδοί στρατιώτες ήταν σε μεγάλο βαθμό ελλιπώς εκπαιδευμένοι και ο εξοπλισμός τους παρέπεμπε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ενώ το σώμα τεθωρακισμένων περιοριζόταν σε μόλις 24 ελαφρά τεθωρακισμένα αυτοκίνητα και μερικές βρετανικές τανκέτες, τα μισά από τα οποία βρίσκονταν στα μετόπισθεν για να προστατεύουν τα αεροδρόμια και λιμάνια.

Μέχρι τις 13 Μαΐου, είχε καταστεί σαφές ότι η μάχη δεν εξελισσόταν καλά. Μέχρι τότε, οι γερμανικές προσπάθειες βασίζονταν κυρίως σε επιθέσεις μεραρχιών πεζικού. Το βράδυ της 12ης Μαΐου, κατέφτασε στο μέτωπο η μοναδική μεραρχία αρμάτων (η 9η Μεραρχία Panzer) της 18ης γερμανικής Στρατιάς, και αμέσως εξαπολύθηκε σε μια ισχυρή προώθηση προς τα δυτικά. Ένα τεθωρακισμένο συγκρότημα με δύο ίλες αρμάτων αφιερώθηκε στην καταδίωξη των λιγοστών γαλλικών δυνάμεων που πλέον υποχωρούσαν προς το Βέλγιο ενώ ένα ισχυρότερο συγκρότημα πέρασε τις πρώτες πρωϊνές ώρες τη γέφυρα του Μέρντιικ.
Οι ολλανδικές δυνάμεις προσπάθησαν να αναχαιτίσουν τη γερμανική προέλαση αλλά χωρίς αεροσκάφη, βαρύ πυροβολικό, με λίγα αντιαρματικά πυροβόλα και μόνο μια μεραρχία ελαφρού πεζικού διαθέσιμη, το αποτέλεσμα ήταν προδιαγεγραμμένο. Παρόλα αυτά, οι Ολλανδοί προσπάθησαν. Το μοναδικό τους βομβαρδιστικό σε πτητική ακόμα κατάσταση, ένα Fokker T.V απογειώθηκε με στόχο τη γέφυρα κατορθώνοντας να ρίξει δυο βόμβες. Από αυτές, η μία καρφώθηκε σε έναν ισχυρό πυλώνα της γέφυρας αλλά δεν εξερράγη. Το ολλανδικό αεροπλάνο καταρρίφθηκε αμέσως μετά.
Απευθείας πυρά από αντιαρματικά των 47mm και οβιδοβόλα των 75mm αναχαίτισαν για λίγο την ορμή των γερμανικών Panzer αλλά καταστράφηκαν σύντομα. Η ελαφρά μεραρχία των Ολλανδών επιτέθηκε κόβοντας για λίγο τον άξονα της γερμανικής προέλασης υφιστάμενη μεγάλες απώλειες. Τα γερμανικά άρματα εκκαθάρισαν τους τελευταίους ολλανδικούς θυλάκους και μάλιστα εισέβαλαν θρασσύτατα και στην πόλη του Ντόρντρεχτ χωρίς υποστήριξη πεζικού αλλά αποσύρθηκαν με βαριές απώλειες. Ένα μοναχικό ολλανδικό πλήρωμα πυροβόλου των 47mm υπερασπίστηκε τη γέφυρα Μπάρεντρεχτ καταστρέφοντας δύο Panzerkampfwagen II κι ένα επιτελικό PzKfw III.

Η μέρα έληξε με την εκκένωση της βασιλικής οικογένειας από τη χώρα, που έγινε με βρετανικά αντιτορπιλικά (HMS Hereward και HMS Codrington) που πλησίασαν τα ολλανδικά ύδατα και εξελίχθηκε στην αποχώρηση όλης της ολλανδικής κυβέρνησης στη Μεγάλη Βρετανία. Μόνο ο στρατός τώρα απέμενε να σώσει την τιμή της χώρας. Η γερμανική διοίκηση δεν ήταν ευχαριστημένη. Η εξέλιξη της επιχείρησης είχε γίνει γρήγορα αλλά όχι αρκετά γρήγορα, δεδομένου ότι η τακτική κατάσταση επηρέαζε και τις επιχειρήσεις στο Βέλγιο και στη Γαλλία. Στο νότιο τομέα, μια αμοιβαία συγκέντρωση εφεδρειών που συναντήθηκαν αναπάντεχα είχε σαν αποτέλεσμα μια χαοτική μάχη εκ συναντήσεως. Τη λύση έδωσαν τα Stukas που διέλυσαν τις ολλανδικές συγκεντρώσεις. Η υπομονή, όμως, της γερμανικής διοίκησης είχε αρχίσει να εξαντλείται.
Αν η κατάσταση στη γερμανική πλευρά ήταν κρίσιμη, στο ολλανδικό στρατόπεδο ήταν πλέον καταστροφική. Όλες σχεδόν οι ετοιμοπόλεμες μονάδες είχαν εμπλακεί και δεχθεί σημαντική φθορά -συχνά ανεπανόρθωτη- τα βαρέα όπλα είχαν καταστραφεί, οι προετοιμασμένες αμυντικές θέσεις είχαν εγκαταλειφθεί. Ένα ρήγμα 8 χλμ. είχε δημιουργηθεί στο κέντρο της παράταξης που το επιτελείο δεν είχε τρόπο να κλείσει. Ωστόσο, ο στρατηγός Winkelman απέφευγε τη συνθηκολόγηση, προσπαθώντας να κερδίσει όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο για την συμμαχική παράταξη.

Στόχος το Ρότερνταμ
Επόμενο ήταν το Ρότερνταμ, δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Ολλανδίας και σημαντικό λιμάνι. Την πόλη υπερασπίζονταν οκτώ ολλανδικά τάγματα. Απέναντι, συγκεντρωνόταν ο όγκος της 9ης Μεραρχίας Panzer, το επίλεκτο τεθωρακισμένο σύνταγμα Leibstandarte SS “Adolf Hitler”, η 22η Αερομεταφερόμενη. Στις 9 το πρωί της 14ης Μαΐου, το γερμανικό πυροβολικό άνοιξε πυρ σε μια προσπάθεια να διαβεί τον ποταμό Μεύση (Maas) και να θέσουν την πόλη υπό πολιορκία. Γρήγορα όμως τα γερμανικά πυρά σίγησαν από τα πυροβόλα των 150mm μιας ολλανδικής κανονιοφόρου που έπλευσε μέσα στη θάλασσα Βάντεν και εκρίζωσε τις γερμανικές πυροβολαρχίες.
Η επόμενη επιλογή ήταν η Luftwaffe. Ο Γερμανός διοικητής ήθελε έναν ισχυρό αλλά σύντομο βομβαρδισμό που θα κλόνιζε τους υπερασπιστές και μια γρήγορη επέλαση των Panzer που θα καθήλωνε τους Ολλανδούς και θα οδηγούσε σε μια γρήγορη παράδοση με όσο το δυνατόν λιγότερες καταστροφές και απώλειες για την πόλη. Ωστόσο, σε αυτό το σημείο η μοίρα παρεμβλήθηκε με τη μορφή της ανώτατης ναζιστικής ηγεσίας. Έχοντας γνώση των εξελίξεων, ο Χίτλερ εξέδωσε την “ηγετική οδηγία αριθμός 11” (Führer-Weisung Nr. 11):
“Στον βόρειο τομέα η αντίσταση του Ολλανδικού Στρατού αποδείχθηκε ανώτερη της αναμενόμενης. Πολιτικοί όσο και στρατιωτικοί λόγοι απαιτούν την θραύση αυτής της αντίστασης. (…) Επιπλέον, η ταχεία κατάκτηση του Οχυρού Ολλανδία* πρόκειται να διευκολυνθεί με την αποδυνάμωση μέσω αεροπορικών μέσων που θα παράσχει η 6η Στρατιά”.
*Οχυρωματική διάταξη που ο στρατηγός Winkelman οργάνωσε ως έσχατο σημείο άμυνας σε κεντρικό τομέα της Ολλανδίας με οχυρώσεις που υποστηρίζονταν περιμετρικά από κανάλια και φράγματα εγκαταλείποντας άλλα σημεία της ολλανδικής περιμέτρου.

Τα μέσα που αναφέρει ο Χίτλερ ήρθαν με τη μορφή της Πτέρυγας Βομβαρδισμού 54 (Kampfgeschwader 54) η οποία αποσπάστηκε προσωρινά από την 6η Στρατιά, που ήδη επιχειρούσε στο Βέλγιο και αποδώθηκε στην 18η που πολεμούσε στην Ολλανδία. Συγχρόνως, η επιρροή του Χέρμαν Γκαίρινγκ, επικεφαλής της Luftwaffe, ήταν καθοριστική ζητώντας μεγαλύτερο ρόλο για να αποδείξει την καταλυτική αξία του όπλου που εκπροσωπούσε έναντι του στρατού με μια “αποφασιστική λύση” (Radikalloesung).
Στις 9 το πρωί της 14ης Μαΐου, ο στρατηγός Ρούντολφ Σμιτ, διοικητής των δυνάμεων τεθωρακισμένων στην περιοχή του Ρότερνταμ έστειλε τελεσίγραφο στον συνταγματάρχη Πιέτρ Σαρρό, φρούραρχο της πόλης για άμεση παράδοση εντός δύο ωρών. Δυστυχώς, το μήνυμα δεν έφτασε στον Σαρρό παρά μιάμιση ώρα αργότερα κι ο Ολλανδός στρατιωτικός βλέποντας ένα έγγραφο χωρίς την υπογραφή του Γερμανού στρατηγού στα χέρια του ζήτησε επιβεβαίωση. Η απάντησή του έκανε τον Σμιτ να ξαναγράψει το μήνυμα στέλνοντας σήμα στις 12:30 σε όλες τις μονάδες της διοίκησής του πως οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται και πως νέα ώρα μηδέν ήταν στις 16:20. Η διαταγή δεν έφτασε όμως παντού.

Στις 13:20, δύο μεγάλοι σχηματισμοί βομβαρδιστικών Heinkell He-111 άρχισαν να συγκλίνουν προς το κέντρο του Ρότερνταμ. Τα μηνύματα στον ασύρματο αγνοήθηκαν για αυτό και ο Γερμανός στρατηγός διέταξε την εκτόξευση κόκκινων φωτοβολίδων. Η βαριά νέφωση όμως πάνω από την πόλη έκρυψε τις φωτοβολίδες και μόνο ο σχηματισμός που προσέγγιζε από τα νοτιοδυτικά αντελήφθηκε την τελευταία στιγμή την ύπαρξή τους ακυρώνοντας την αποστολή, αφού όμως τρία βομβαρδιστικά είχαν αδειάσει το φορτίο τους. Ο έτερος σχηματισμός της KG 54 που πλησίαζε από τα ανατολικά συνέχισε κανονικά και άφησε 1.308 βόμβες στο ιστορικό κέντρο της πόλης.
Οι εκρήξεις και οι πυρκαγιές που ακολούθησαν στο κατοικημένο κέντρο κατέστρεψαν συνολικά 24.978 σπίτια, 2.320 καταστήματα, 775 αποθήκες και 100 περίπου σχολεία και εκκλησίες σκοτώνοντας άμεσα πάνω από 800 ανθρώπους, τραυματίζοντας πάνω από 1.000 και αφήνοντας 80.000 πολίτες άστεγους. Μια συνολική έκταση 2,6 τετραγωνικών χιλιομέτρων – κυρίως από το πιο πυκνοδομημένο μεσαιωνικό κέντρο της πόλης- είχε καταστραφεί ολοσχερώς. Στις 15:50, ο συνταγματάρχης Σαρρό συνάντησε προσωπικά εκπροσώπους της γερμανικής διοίκησης και παρέδωσε την πόλη.

Η μάχη θα είχε τελειώσει εδώ αλλά ο Γκαίριγκ είχε κρυφά διατάξει κι ένα δεύτερο κύμα βομβαρδιστικών να περάσει για να αποτελειώσει πλήρως την πόλη. Τα αεροσκάφη είχαν ήδη απογειωθεί και κατευθύνονταν προς το Ρότερνταμ. Όταν ο στρατηγός Σμιτ το έμαθε, παραβίασε τον κώδικα επικοινωνίας στέλνοντας στις 17:15 ένα ανοιχτό σήμα σε όλες τις συχνότητες πως η πόλη είχε παραδοθεί και πως ο γερμανικός στρατός βρισκόταν ήδη στο κέντρο της, ένα ψέμμα καθώς αυτό δεν είχε ακόμα γίνει. Τα γερμανικά αεροπλάνα αυτή τη φορά ανακλήθηκαν έγκαιρα.
Η καταστροφή του Ρότερνταμ φαίνηκε αρχικά ως πράξη οξείας αγριότητας. Αν και φαινομενικά λάθος, η απόφαση για τον βομβαρδισμό-περιοχής της πόλης είχε ληφθεί σε επίπεδο ανώτατης πολιτική ηγεσίας. Άλλωστε, το ίδιο είχε συμβεί και το προηγούμενο έτος με τη Βαρσοβία ενώ λιγότερες από 24 ώρες μετά, ο επικεφαλής της ολλανδικής άμυνας, στρατηγός Winkelman ενημερώθηκε από τον φρούραρχο της Ουτρέχτης ότι έλαβε ανάλογο τελεσίγραφο από τις γερμανικές δυνάμεις: “παραδοθείτε ή σας ισοπεδώνουμε”. Στο σημείο εκείνο, έλαβε την απόφαση να ανακοινώσει από ραδιοφώνου την παράδοση των ενόπλων δυνάμεων της χώρας. Ο πόλεμος στην Ολλανδία είχε χαθεί.

Επιπτώσεις του βομβαρδισμού
Η είδηση του βομβαρδισμού άφησε ένα μεγάλο αντίκτυπο σε επικοινωνιακό επίπεδο. Μηχανισμοί προπαγάνδας και στις δύο πλευρές έσπευσαν να κάνουν ανακοινώσεις, από το βρετανικό ραδιόφωνο που ανακοίνωσε την είδηση ως “πράξη απόλυτης βαρβαρότητας” μιλώντας μάλιστα για 30.000 νεκρούς πολίτες παρά το ότι το Ρότερνταμ ήταν ανοχύρωτη πόλη (και τα δύο στοιχεία ήταν ανακριβή) μέχρι τη γερμανική πλευρά που κατηγόρησε την ολλανδική ηγεσία για την οχύρωση του ιστορικού κέντρου και την άρνησή τους να παραδοθούν παρά τις εκκλήσεις για ανακωχή αποδίδοντας μάλιστα τη φωτιά σε ηθελημένους επρησμούς από τους Ολλανδούς.

Ό,τι απέμεινε ήταν μέρος της ιστορίας. Η Ολλανδία, μια χώρα που ήθελε να μείνει ουδέτερη στο επίκεντρο δύο παγκοσμίων πολέμων και απέτυχε παταγωδώς, δείχνοντας πως στη δίνη του πολέμου οι ουδέτεροι δεν έχουν θέση, δέχτηκε τη γερμανική επίθεση και υπέκυψε σε πέντε μέρες, στέλνοντας την κυβέρνησή της εξόριστη στην Βρετανία για να συνεχίσει τον πόλεμο από τις αποικίες της νοτιοανατολικής Ασίας. Η Γερμανία, που στόχος της ήταν εξαρχής η Γαλλία ενώ η Ολλανδία και το Βέλγιο απλά ήταν στο δρόμο της και δεν ήθελε να καθυστερήσει ή να “ματώσει” υπερβολικά αναζητώντας γρήγορες λύσεις σε πολύπλοκα προβλήματα.

Το Ρότερνταμ, καθαρίστηκε, επανασχεδιάστηκε και ξαναχτίστηκε πλήρως, ως σύγχρονη ευρωπαϊκή πόλη μετά τον πόλεμο. Μόλις πέντε ιστορικά κτίρια από το κέντρο του επέζησαν: το δημαρχείο, το εμπορικό κέντρο Beurs, το παλιό ταχυδρομείο (Hoofdpostkantoor), η εκκλησία του Αγίου Λαυρεντίου (Laurenskerk) και ο μεγάλος βόρειο μύλος (De Noord) του 17ου αιώνα, που όμως κάηκε μεταπολεμικά. Η μοίρα της πόλης της έλαχε να υποστεί άλλον έναν μεγάλο βομβαρδισμό, στις 31 Μαρτίου 1943 από αμερικανικά βομβαρδιστικά που έχασαν τον προσανατολισμό τους και άφησαν τις βόμβες τους πάνω από την πόλη αντί σε λιμενικές εγκαταστάσεις, σκοτώνοντας 300-400 άτομα και αφήνοντας άλλα 10-20.000 άστεγα. Το γεγονός αποσιωπήθηκε από τις ολλανδικές αρχές μέχρι το 1993 και σήμερα αποκαλείται “ο ξεχασμένος βομβαρδισμός”.

