Του Αχιλλέα Σαμαρά, αναδημοσίευση από την ΠΤΗΣΗ, τεύχος 180, Ιούνιος 2000
Ίσως, στην εποχή μας, τα κατευθυνόμενα «έξυπνα» όπλα και οι εξελιγμένοι πύραυλοι αέρος-αέρος να θεωρούνται ήσσονος σημασίας λεπτομέρειες, που πλαισιώνουν τα διάφορα υπερσύγχρονα οπλοσυστήματα. Ποιος θα τα φανταζόταν, όμως, ως μέρος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου; Η ιδιοφυΐα των Γερμανών επιστημόνων παρουσίασε επιτυχίες και στο χώρο των από αέρος εκτοξευόμενων κατευθυνόμενων όπλων, προκαλώντας, για μια ακόμη φορά, την τεχνολογία της εποχής.
Σχεδιασμένο από την ομάδα του Dr Kramer στη Ruhrstahl, το Χ-4 αποτέλεσε μια επανάσταση στο χώρο της αερομαχίας, όντας ο πρώτος χρηστικός πύραυλος αέρος-αέρος, εξελιγμένος αποκλειστικά για την αντιμετώπιση των πολυάριθμων σχηματισμών των αμερικανικών βομβαρδιστικών. Προορισμένο να χρησιμοποιηθεί από τα υψηλών επιδόσεων μαχητικά της Luftwaffe, ξεκίνησε την ανάπτυξή του στις αρχές του ’43, παράλληλα με τον ομοειδή Hs 298, διαθέτοντας όμως ανώτερες επιδόσεις.

Το απλό αεροδυναμικό σώμα του πυραύλου έφερε τέσσερα κυρίως πτερύγια σε σταυροειδή διάταξη στο κέντρο και τέσσερα μικρότερα στο πίσω μέρος, εφοδιασμένα με spoilers (κατά τη συνήθη πρακτική της Ruhrstahl) που ανέλαβαν τον έλεγχο πρόνευσης κι εκτροπής. Το σχέδιο του X-4 ήταν εξαιρετικά απλό, με το κυρίως σώμα ν’ αποτελείται από τρία μεταλλικά κομμάτια, στα οποία βιδώνονταν απλώς οι πτέρυγες, ούτως ώστε να μπορεί να συναρμολογείται και από ανειδίκευτους εργάτες.
Βασικό χαρακτηριστικό των συστατικών μερών ήταν η συμπαγέστερη κατά το δυνατό κατασκευή, φιλοσοφία σύμφωνα με την οποία ο πυραυλοκινητήρας BMW 109-548 προσαρμόστηκε στη μορφή του βλήματος. Τα προωθητικά μεταφέρονταν μέσα σε σπειροειδείς σωλήνες-δεξαμενές στο κεντρικό τμήμα του πυραύλου. Η εσωτερική σπειροειδής δεξαμενή περιείχε R-Stoff (μίγμα 50/50 κ.β. ξυλιδίνης/τριαιθυλαμίνης, μέλος μια οικογένειας προωθητικών με βάση τους βινυλοαιθέρες και γενικότερη ονομασία Τonka), ενώ η εξωτερική περιείχε SV-Stoff (μίγμα 94% νιτρικού οξέος και 6% ΝΟ2).
Ένα έμβολο σε κάθε δεξαμενή εξασφάλιζε την εξ ολοκλήρου εκτόνωση των προωθητικών, με τα δύο καύσιμα ν’ αποδίδουν αρχική ώση 140 kg, η οποία ελαττωνόταν σταδιακά μέχρι τα 30 kg στο τέλος του χρόνου καύσης των 17 (κατ’ άλλους 30). Λόγω του μικρού χρονικού διαστήματος λειτουργίας, ένας απλός θάλαμος καύσης από σφυρήλατο σίδηρο θεωρήθηκε ικανός ν’ αντέξει τη θερμική καταπόνηση. Το σύστημα ενσύρματου ελέγχου, που χρησιμοποιούσε ο πύραυλος (παρεμφερές με αυτό του Χ-1), περιελάμβανε πομπό Dόsseldorf (FuG 510) και δέκτη Detmold (FuG 238).
Οι εντολές ελέγχου δίνονταν μέσω συρμάτων με συνολικό μήκος περίπου 5.5 χλμ., που ξετυλίγονταν από μπομπίνες που βρίσκονταν στις άκρες δύο εκ των πτερυγίων του πυραύλου (τα άλλα δύο έφεραν flares, που διευκόλυναν την παρακολούθηση του πυραύλου). Οι εντολές πρόνευσης δίνονταν με την αλλαγή πολικότητας του συνεχούς ρεύματος που διέρρεε το κύκλωμα και οι εντολές εκτροπής με τη διαφοροποίηση της έντασής του.

Η εκτόξευση γινόταν από παρόμοιο ή μεγαλύτερο ύψος με το στόχο και σε απόσταση 1.5-3.5 χλμ., με το δραστικό βεληνεκές να πλησιάζει μάλλον το πρώτο νούμερο. Ο πιλότος ήλεγχε το βλήμα μέσω ενός συνηθισμένου χειριστηρίου, στοχεύοντας αρχικά διαμέσου ενός κοινού σκοπευτικού και κατόπιν διατηρώντας το Χ-4 στην ευθεία του στόχου. Ο πύραυλος περιστρεφόταν κατά την πορεία του προς το στόχο (περίπου μια περιστροφή ανά δευτερόλεπτο), τον οποίο, τελικά, κατέστρεφε με τα 20 kg εκρηκτικών της κεφαλής, που ενεργοποιούνταν με πυροκροτητή πρόσκρουσης ή ακουστικής εγγύτητας, συντονισμένο στη συχνότητα των κινητήρων των βομβαρδιστικών.
Ο τελευταίος, αν και απείχε πολύ από τον ιδανικό πυροκροτητή προσέγγισης, επελέγη για την απλότητα και το μικρό του μέγεθος κι επρόκειτο να είναι τύπου Kranich ή Meise. Η Ruhrstahl ανέλαβε την κατασκευή του Kranich, που περιελάμβανε ένα διάφραγμα/μεμβράνη, το οποίο συντονιζόταν με το θόρυβο των κινητήρων και μια βελόνα που έκλεινε μια ηλεκτρική επαφή σε απόσταση περίπου 7 μέτρων από το στόχο, πυροδοτώντας την κεφαλή.
Η Neumann und Borm κατασκεύαζε το Meise, που χρησιμοποιούσε ένα αντιστατικό μικρόφωνο με ενισχυτή δύο σταδίων, ρυθμισμένο για απόσταση περίπου 15 μέτρων. Οι πυροκροτητές οπλίζονταν λίγο μετά την εκτόξευση και στα 30 περίπου οπλιζόταν και το σύστημα αυτοκαταστροφής, που αναλάμβανε σε περίπτωση αστοχίας. Μεταξύ Απριλίου και Αυγούστου 1944, παράχθηκαν 225 πρωτότυπα, με την πρώτη εναέρια εκτόξευση να λαμβάνει χώρα στις 11 Αυγούστου με φορέα ένα Fw 190.

Αν και συνολικά παράχθηκαν περίπου 1.300 κινητήρες 109-548 στο εργοστάσιο του Stargard, η εξέλιξη του συγκεκριμένου μοντέλου δεν ολοκληρώθηκε ποτέ πλήρως, οπότε στις πρώτες δοκιμαστικές εκτοξεύσεις χρησιμοποιήθηκε αναγκαστικά πυραυλοκινητήρας στερεών καυσίμων. Οι δοκιμές συνεχίστηκαν στο Karlshagen μέχρι τις αρχές Φεβρουαρίου του ’45, με φορείς Ju 88, Ju 188, Ju 388 και Fw 190 (αναφέρονται και δοκιμαστικές πτήσεις Me 262 με δύο Χ-4, χωρίς όμως εκτοξεύσεις).
Η μαζική παραγωγή επρόκειτο να αρχίσει σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα τον Ιανουάριο του ’45 και μέχρι τότε, πάνω από 1.000 πύραυλοι ήταν έτοιμοι στο εργοστάσιο του Brackwede. Οι κινητήρες τους, όμως, βρίσκονταν ακόμη στο εργοστάσιο της BMW στο Stargard, όπου και καταστράφηκαν μετά από βομβαρδισμό των Συμμάχων. Μη έχοντας την πολυτέλεια ανάπτυξης νέων γραμμών παραγωγής κινητήρων, η Luftwaffe εγκατέλειψε κάθε ελπίδα απόκτησης του πρώτου πυραύλου αέρος-αέρος, που θα βρισκόταν, καλώς εχόντων των πραγμάτων, στη διάθεσή της εντός της Aνοιξης.
Στο συγκεκριμένο ρόλο, πέραν του Χ-4, ένα ακόμη μοντέλο γνώρισε μακροχρόνια εξέλιξη έχοντας παρόμοιες προδιαγραφές, αλλά μετριότερες επιδόσεις. Αυτό ήταν το Hs 298, ο πρώτος πύραυλος της Henschel που σχεδιάστηκε ειδικά για το ρόλο αέρος-αέρος. Το αρχικό μοντέλο Hs 298V-1 είχε μια ασύμμετρη άτρακτο, με το πάνω (μεγαλύτερο σε μήκος) τμήμα να φέρει την εκρηκτική κεφαλή και το κάτω να φέρει την έλικα μιας γεννήτριας. Η άτρακτος πλαισιωνόταν από τραπεζοειδείς πτέρυγες με οπισθόκλιση 30ο και ορθογώνια ουραία πτερύγια, που έφεραν μικρά κάθετα σταθερά στα άκρα τους.
Η μονάδα ισχύος που επελέγη ήταν ο πυραυλοκινητήρας δύο σταδίων Schmidding 109-543, που κατανάλωνε στερεά καύσιμα (διγλυκόλη), αποδίδοντας επί 5,5 μια αρχική ώση 150 kg για την επιτάχυνση του πυραύλου και στη συνέχεια, ώση 50 kg επί 20, για τη διατήρηση της κινητικής του ενέργειας. Το σύστημα ελέγχου αυτήν τη φορά ήταν ασύρματο, αποτελούμενο από πομπό Kehl και δέκτη Colmar. Η εκρηκτική κεφαλή, βάρους 25 κιλών, επρόκειτο να εφοδιαστεί με πυροκροτητή προσέγγισης (πέρα από το συνήθη, τύπου πρόσκρουσης), ενώ στα μοντέλα παραγωγής δεν θα έλειπε και το σύστημα αυτοκαταστροφής.
Το δραστικό του βεληνεκές επρόκειτο να είναι μεταξύ 0.5 και 2.5 χλμ. με την εκτόξευση να γίνεται από 2.000 μέτρα πάνω από το στόχο, μέχρι και 1.000 μέτρα κάτω από αυτόν. Μεταγενέστερα σχέδια οδήγησαν στο εξελιγμένο Hs 298V-2, με καινούργια πτέρυγα (38ο οπισθόκλιση), νέα κυκλικά πτερύγια, μεγαλύτερη κεφαλή 48 κιλών στο κάτω μέρος της ατράκτου και πρόβλεψη ενσύρματης σύνδεσης.
Κατασκευάστηκαν πάνω από 300 αντίτυπα στο στάδιο εξέλιξης, τα οποία υπέστησαν εκτενείς δοκιμές στο Karlshagen με αεροσκάφη Ju 88, Ju 388 και Fw 190. Παρά τις πολυάριθμες εκτοξεύσεις και τα πλάνα μαζικής παραγωγής για τις αρχές του ’45, η εξέλιξη του Hs 298 δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, αφού ο πύραυλος ακυρώθηκε πριν φτάσει στις μονάδες της Luftwaffe, προκειμένου να επικεντρωθούν οι προσπάθειες προς την κατεύθυνση του Χ-4.
Η Henschel προνόησε να εξελίξει ένα ακόμη σχέδιο πυραύλου αέρος-αέρος, όταν, σε πρώιμο στάδιο σχεδιασμού του πυραύλου εδάφους-αέρος Hs 117 Schmetterling, δημιούργησε μια έκδοση που ονομάστηκε Hs 117H. Ο πύραυλος αυτός δεν αποτελούσε, σε καμία περίπτωση, μία βεβιασμένη κίνηση κάλυψης του συγκεκριμένου τομέα, προσφέροντας μια λύση-προσωρινό υποκατάστατο, βασισμένη σε έτοιμα σχέδια.
Απόδειξη αυτού είναι ότι παρέμεινε σε ενεργό εξέλιξη μαζί με το Χ-4 μέχρι το τέλος του πολέμου, αν και σ’ αυτό συντέλεσε και η παράλληλη εξέλιξή του με το απολύτως απαραίτητο Hs 117, γεγονός που τον έσωσε από τις δραστικές περικοπές τον Ιανουάριο του ’45. Πέρα από κάποιες τροποποιήσεις του ουραίου πτερώματος και την εξάλειψη των εξωτερικών προωθητών που κρίθηκαν περιττοί για την από αέρος εκτόξευση, οι διαφορές με το τυπικό Hs 117 ήταν μικρές.
Ο πυραυλοκινητήρας, που χρησιμοποιήθηκε κατά τη διάρκεια των δοκιμών, ήταν ο BMW 109-558 με καύσιμα R-Stoff και SV-Stoff, στα μοντέλα παραγωγής, όμως, ενδεχομένως να τοποθετούνταν ο πυραυλοκινητήρας στερεών καυσίμων WASAG 109-512. Το δραστικό βεληνεκές του ανερχόταν σε 6-10 χλμ. (ανάλογα με τις επικρατούσες συνθήκες ορατότητας), μία τιμή σαφώς μεγαλύτερη σε σχέση με αυτές των Χ-4 και Hs 298, κάτι που φωτογράφιζε την πρόθεση χρησιμοποίησής του από εμβολοφόρα αεροσκάφη, όπως τα Ju 188 και Ju 388, τα οποία θα μπορούσαν να καλύψουν τις αδυναμίες τους απέναντι στα εχθρικά καταδιωκτικά, εκμεταλλευόμενα τη μεγαλύτερη απόσταση βολής.
Η καθοδήγηση προς το στόχο γινόταν με τη γνωστή μέθοδο ασύρματου ελέγχου και η παρακολούθηση του βλήματος γινόταν μέσω ενός τυπικού σκοπευτικού, αφού η χρήση κάποιου τηλεσκοπικού τύπου κρίθηκε αδύνατη λόγω των δονήσεων. Η αρχική επιλογή για την ενεργοποίηση του εκρηκτικού μηχανισμού αφορούσε εντολή του πιλότου, αλλά αργότερα προτιμήθηκε ο πυροκροτητής προσέγγισης, κάτι που τελικά δεν είχε μεγάλη σημασία, εφόσον το Hs 117 δεν θα συμμετείχε ποτέ σε πραγματικές επιχειρήσεις.

