To Ακροβατικό Σμήνος “Ελληνική Φλόγα” με αεροσκάφη F-86E (ΑΡΧΕΙΟ ΠΤΗΣΗ)

Το F-86D/E SABRE σε Ελληνική Υπηρεσία 
Στο τελευταίο μέρος του τρίπτυχου αφιερώματός μας στο σημαντικότερο ίσως αεριωθούμενο μαχητικό της Ιστορίας, εξετάζουμε την ελληνική διάσταση του αεροσκάφους αυτού, με ξεχωριστές αναφορές για την υπηρεσία του στη δύναμη της Ελληνικής Αεροπορίας, για τα αεροσκάφη που απωλέσθησαν και τους πεσόντες με αυτά αεροπόρους μας, αλλά και την τύχη όσων Sabre διασώζονται, ενώ ιδιαίτερη μνεία γίνεται, τέλος, για τη δράση του F-86 με το ακροβατικό σμήνος «Ελληνική Φλόγα», όπως και τη συμμετοχή του στα «Αεροναυτικά Πένταθλα» της δεκαετίας του ’60.
του Θέμη Βρανά 
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΛΟΓΑ 
Τον Ιούλιο του 1957 δημιουργήθηκε στην 114 Π.Μ. το δεύτερο ελληνικό ακροβατικό σμήνος, που αργότερα ονομάστηκε επίσημα ως Ελληνική Φλόγα, αποτελούμενο από αεροσκάφη F-86E Sabre της 341 Μ.Α. Κατά το χρονικό διάστημα 1957-1958, το σμήνος απαρτιζόταν από πέντε Sabre, ο αριθμός των οποίων, όμως, αυξήθηκε σε εφτά κατά την περίοδο 1959-1965.

Το 1958 η Ελληνική Φλόγα αντικατέστησε το πρώτο ελληνικό ακροβατικό σμήνος που αποτελούσαν τέσσερα F-84G Thunderjets της 337 Μ Δ/Β που, ανεπίσημα, ήταν γνωστό με χίλια δύο ονόματα («Καρέ των Aσσων», «Ακροτίμ», «Πυρπολητές του Ουρανού» κτλ.). Από το 1958 έως το 1965, η Ελληνική Φλόγα έλαβε μέρος σε πλήθος επιδείξεων σε χώρες, όπως η Ιταλία, η Γερμανία, η Γαλλία και η Τουρκία (!), ενώ εντυπωσίασε και το ελληνικό κοινό με αρκετές επιδείξεις πάνω από μεγάλες πόλεις σε κάθε γωνιά της Ελλάδας.
Τα κολακευτικότατα σχόλια που κατά καιρούς αποκόμισε από έμπειρους και αντικειμενικούς παρατηρητές, όπως ο αρχηγός της Luftwaffe το 1960 και ο Aμερικανός διοικητής της Βάσης της USAFE στο Spangdahlem της Γερμανίας το 1962, αναμφισβήτητα κατατάσσουν την Ελληνική Φλόγα μεταξύ των κορυφαίων, σε παγκόσμια κλίμακα, ακροβατικών σμηνών.
Πρώτος της αρχηγός ήταν ο μοίραρχος της 341 Μ.Α. επισμηναγός Ηλίας Τσαμουσόπουλος (1957-1960), τον οποίο διαδέχθηκε ο υποσμηναγός Ανδρέας Φραγκοπανάγος (1960-1965). Στα πρώτα χρόνια της εμφάνισης της Ελληνικής Φλόγας τα αεροσκάφη της δεν διέφεραν εξωτερικά σε τίποτα από τα υπόλοιπα Sabre της ΕΒΑ.

Τη χαρακτηριστική βαφή του, συσκευές παρασκευής λευκού καπνού αλλά και το όνομα «Ελληνική Φλόγα» το σμήνος τα απόκτησε μόλις στις αρχές του 1962. Παρά το εντυπωσιακό της όμως ξεκίνημα, η Ελληνική Φλόγα έσβησε άδοξα, δίχως την παραμικρή τελετή, τον Μάρτη του 1965 στην 111 Π.Μ. Τα αεροσκάφη F-86E (M) Sabre Mk.2 που κατά καιρούς χρησιμοποίησε είναι τα εξής: 19202, 19278, 19294, 19347, 19377, 19382, 19392, 19395, 19409, 19448 και 19452.
Ο Ανδρέας Φραγκοπανάγος, ως επισμηναγός πλέον, είχε δε την τύχη να ηγηθεί και του τρίτου ελληνικού ακροβατικού σμήνους, της «Νέας Ελληνικής Φλόγας», με α/φη F-5A Freedom Fighters. Δυστυχώς όμως και το σμήνος των F-5A έζησε ελάχιστα, μόλις από τις 9/8/1967 έως τον Μάρτη του 1968, έχοντας έτσι και αυτό εξίσου άδοξη κατάληξη.

Από τότε μέχρι σήμερα, όχι μόνο δεν έχει υπάρξει άλλο ακροβατικό σμήνος στην Ελλάδα, αλλά ούτε καν το απλούστατο και οικονομικότατο solo display, δηλαδή ύπαρξη ενός μόνο αεροσκάφους με έναν ή δύο συγκεκριμένους έμπειρους χειριστές που λαμβάνει μέρος σε πτητικές επιδείξεις ―με τη στάνταρντ παραλλαγή του ή βαμμένο με ιδιαίτερα χρώματα― τόσο στο εσωτερικό της χώρας, όσο και σε μεγάλες ευρωπαϊκές αεροπορικές επιδείξεις, πρεσβεύοντας έτσι με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα εθνικά μας χρώματα.
Εμείς με τη σειρά μας, ευχόμαστε η φετινή γιορτή της Πολεμικής μας Αεροπορίας, τον Νοέμβρη του 2000, να ανατρέψει αυτή την απαράδεκτη και εντελώς άστοχη επικοινωνιακά πολιτική τής μη-επίδειξης, που τόσο ενοχλεί και πικραίνει κάθε πραγματικό φίλο της Π.Α.
Η αναφορά στην Ελληνική Φλόγα στηρίχθηκε κύρια στο καταπληκτικό βιβλίο «Το ξεπέταγμα των Αετών» του Ανδρέα Φραγκοπανάγου (Εκδόσεις Ι. Φλώρος). Το σχέδιο τριών όψεων των Sabre της Ελληνικής Φλόγας αποτελεί προδημοσίευση από το βιβλίο «Sabre Dance» των Duncan Curtis και Michael A. Fox.
The author wishes to thank Mr. Adrian Balch and Mr. Duncan Curtis for their permission to use «Hellenic Flame» photos supplied by them.
ΕΛΕΥΣΙΝΑ, ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 1964, 13ο ΑΕΡΟΝΑΥΤΙΚΟ ΠΕΝΤΑΘΛΟ
Το 1948, το γαλλικό υπουργείο Αεροπορίας θέσπισε το ετήσιο Διεθνές Στρατιωτικό Αεροναυτικό Πένταθλο (Pentathlon Aeronautic International Militaire ή PAIM), το οποίο τέθηκε υπό την αιγίδα του Διεθνούς Στρατιωτικού Συμβουλίου Αθλητισμού (Conseil International du Sport Militaire ή CISM).
Τα αγωνίσματά του περιλάμβαναν τη σκοποβολή, την ξιφασκία, την κολύμβηση, το μπάσκετ και τη διαφυγή από το εχθρικό έδαφος. Αναμφίβολα, όμως, το πιο συναρπαστικό και απαιτητικό μέρος του Αεροναυτικού Πεντάθλου ήταν το air-rally, ένας αεροπορικός, δηλαδή, αγώνας ναυτιλίας και χρονικής ακρίβειας πάνω από συγκεκριμένα γεωγραφικά σημεία που γνωστοποιούνταν στους χειριστές ελάχιστη ώρα πριν από την απογείωση. Στο air-rally λάμβαναν μέρος οι τέσσερις από τους πέντε χειριστές της κάθε ομάδας, σε σχηματισμό 2 διθέσιων ή 4 μονοθέσιων αεροσκαφών.
Η Ελλάδα συμμετείχε στα ΡΑΙΜ του 1958, 1959, 1960, 1962 και 1964, έχοντας στην ομάδα της τους σμηναγούς Γιώργο Παπαδάκη, Δημήτρη Μπέλια, Aγγελο Κατζιλιεράκη, Στέλιο Λεδάκη και Μιλτιάδη Ήτουνα. Τα έτη 1958, 1959 και 1960 η ελληνική ομάδα συμμετείχε με αεροσκάφη Τ-33Α. Το 1962 δεν έγινε air-rally, ενώ η μόνη χρονιά που η Ελλάδα συμμετείχε με F-86E Sabre ήταν το 1964. Η Ελλάδα φιλοξένησε το 13ο Αεροναυτικό Πένταθλο από τις 15 έως τις 22 Αυγούστου του 1964, ορίζοντας ως βάση των συμμετασχόντων σμηνών την 112 Π.Μ.
Στο 13ο ΡΑΙΜ συμμετείχαν η Γαλλία με Super Mystere, το Βέλγιο με F-84F, η Ελλάδα με F-86E, η Νορβηγία με Vampire, η Δανία με Τ-33, η Σουηδία με Saab J-29A και η Ολλανδία με Hunter. Τότε, η ελληνική ομάδα κατέλαβε την πρώτη θέση στο air-rally, σπάζοντας μάλιστα και κάθε προηγούμενο βαθμολογικό ρεκόρ, γεγονός που αποτελούσε την καλύτερη απόδειξη της ποιότητας του προσωπικού της Πολεμικής μας Αεροπορίας. Δυστυχώς, ο θρίαμβος του 1964 ήταν και το κύκνειο άσμα της ελληνικής ομάδας, αφού δεν έλαβε ποτέ ξανά μέρος σε άλλο Αεροναυτικό Πένταθλο.
Η παραπάνω αναφορά στο Αεροναυτικό Πένταθλο στηρίχθηκε εξ ολοκλήρου στο βιβλίο «Χρυσό Σμήνος» του δημοσιογράφου Γιώργου Μαρμαρίδη (εκδόσεις «Κνωσός»).
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην ΠΤΗΣΗ 179 – Μάιος 2000. Πρώτη δημοσίευση στο ptisidiastima.com.

Most Popular