Η δεκαετής αναζήτηση της Luftwaffe για ένα βομβαρδιστικό που θα μπορούσε να πλήξει την καρδιά της εχθρικής βιομηχανίας — από τα Ουράλια μέχρι τη Νέα Υόρκη!
Το σχέδιο ανάπτυξης ενός στρατηγικού βομβαρδιστικού από την Luftwaffe συνδέεται με την επιθυμία της ναζιστικής ηγεσίας να πλήξει άμεσα τις πόλεις των Ηνωμένων Πολιτειών, μια επιθυμία που προήλθε τόσο από τις εμμονικές αναμνήσεις του Χίτλερ από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο για τη βοήθεια που προσέφεραν οι ΗΠΑ ατους Βρετανούς όσο και από το πιο ρεαλιστικό σενάριο να ανταποδώσει τους βομβαρδισμούς των γερμανικών πόλεων που καταστρέφονταν από τα χτυπήματα των Συμμάχων.

Η αλήθεια είναι πως οι απαρχές του σχεδίου εντοπίζονται πολύ πριν την έναρξη του πολέμου. Το 1935, αμέσως μετά την ενανίδρυση της Luftwaffe, ο επιτελάρχης της, υποπτέραρχος Walther Wever αναγνωρίζοντας τους περιορισμούς της αεροπορίας στο ρόλο της εγγύς υποστήριξης, ζήτησε με πάθος την ανάπτυξη των ικανοτήτων στρατηγικού βομβαρδισμού. Κατά τον Wever, η ικανότητα της Luftwaffe να καταφέρει αιφνιδιαστικά πλήγματα σε βάθος αποσαθρώνοντας την πηγή της πολεμικής ικανότητας του αντιπάλου όφειλε να είναι κομβικής σημασίας για την ανάπτυξη και ενδυνάμωση του όπλου.

“Uralbomber”: το όραμα του Walther Wever
Προς αυτό το σκοπό, ο Wever εξουσιοδότησε τον Νοέμβριο του 1935 το πρόγραμμα Uralbomber, ένα πρόγραμμα ανάπτυξης ενός βομβαρδιστικού που θα μπορούσε εφορμώντας από τη γερμανική επικράτεια να βομβαρδίσει τα κέντρα της σοβιετικής πολεμικής παραγωγής στα Ουράλια όρη και να επιστρέψει αναθέτοντας στις δύο κατεξοχήν κατασκευάστριες εταιρείες μεγάλων αεροσκαφών, Dornier και Junkers, την ανάπτυξη προτάσεων. Ωστόσο, ο θάνατος του υποπτεράρχου σε αεροπορικό δυστύχημα το 1936 μετέθεσε και τις ισορροπίες εντός του ίδιου του επιτελείου, αφού ο διάδοχός του, Albert Kesselring ήταν πιο προσεκτικός στις επιδιώξεις του.
Αναλαμβάνοντας το πολλαπλό καθήκον της ανάπτυξης του όπλου της αεροπορίας, της διεύθυνσης της λεγεώνας “Κόνδωρ” στην Ισπανία και της προετοιμασίας για τις εκστρατείες στην Πολωνία και στη Γαλλία, ο Kesselring θεώρησε πως το να πιέσει και προς την κατεύθυνση του στρατηγικού βομβαρδισμού θα εξαντλούσε τους πόρους και τις τεχνολογικές δυνατότητες του νέου κλάδου προωθώντας στην πράξη το δόγμα του όπλου εγγύς υποστήριξης και θέτοντας το Uralbomber στο αρχείο.

Τα αποτελέσματα αυτής της απόφασης θα φαίνονταν σύντομα, όταν στην αρχή του πολέμου η αναγεννημένη Luftwaffe στερείτο παντελώς αεροσκαφών στρατηγικού βομβαρδισμού μεγάλων αποστάσεων, μια ικανότητα που διέθεταν τόσο η βρετανική όσο και η αμερικανική αεροπορίες, καθώς όλα τα καταδιωκτικά και βομβαρδιστικά της είχαν μικρή ακτίνα δράσης παρατάσσοντας ευκίνητα και ταχυκίνητα μονοκινητήρια και δικινητήρια αεροσκάφη. Το δόγμα της γερμανικής αεροπορίας είχε περιοριστεί στην κυριαρχία πάνω από το πεδίο της μάχης και την εκ του σύνεγγυς υποστήριξη των χερσαίων στρατευμάτων με διαρκή πυρά και στοχευμένα χτυπήματα. Το δόγμα αυτό εναρμονιζόταν απόλυτα με τον «Κεραυνοβόλο Πόλεμο» αλλά τα «χέρια» της ήταν πολύ κοντά για να απειλήσουν το σύνολο της βρετανικής ή ρωσικής επικράτειας ή να αγγίξουν έστω την Αμερική.
Η εμμονή του Χίτλερ ήταν, ωστόσο, ακατανίκητη και σύντομα απαίτησε από τους αρχηγούς του ναυτικού και της αεροπορίας προτάσεις για να πληγεί η αμερικανική ήπειρος. Οι αρχηγοί απάντησαν ότι αφού κάτι τέτοιο με τα υπάρχοντα μέσα ήταν αδύνατο, θα έπρεπε να αναζητηθούν άλλα εναλλακτικά σχέδια για να πληγούν στόχοι στις βορειοαμερικανικές ακτές.
Τα πρώτα σχέδια είχαν να κάνουν με την εξασφάλιση προκεχωρημένων βάσεων σε απομακρυσμένες γεωγραφικές περιοχές από όπου γερμανικά βομβαρδιστικά θα μπορούσαν να εξαπολύσουν επιδρομές εντός της ενδοχώρας των ΗΠΑ. Λίγα είναι γνωστά για την προώθηση του σχεδίου αυτού. Το πρόσφατο παράδειγμα της λεγεώνας «Κόνδωρ» στην Ισπανία πιθανότατα έκανε κάποιους Γερμανούς επιτελείς αρκετά αισιόδοξους ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να επαναληφθεί και με τις ΗΠΑ.
Πρώτη λύση: Ισλανδία
Η Ισλανδία ήταν η ευρωπαϊκή χώρα με τη μεγαλύτερη εγγύτητα στις ΗΠΑ και τυπικά αποστρατιωτικοποιημένη. Με απόσταση περί τα 3.000 χλμ. από τις αμερικανικές ακτές η χώρα εξετάστηκε ως βάση εξόρμησης για επιθέσεις αλλά το σχέδιο γρήγορα απορρίφθηκε. Η εμβέλεια των γερμανικών βομβαρδιστικών απείχε πολύ από αυτό το νούμερο, φτάνοντας μόλις στο μισό αυτής της απόστασης (Heinkel He 111: 1.500 χλμ., Dornier Do 17: 1.570 χλμ.) μόνο το Junkers Ju 88 είχε μέγιστη εμβέλεια 2.700 χλμ.. Αν απορρίπτονταν κάθε περιττό για την αποστολή βάρος τότε μια ομάδα από 88ρια θα μπορούσαν ίσως να εκτελέσουν ένα ταξίδι άνευ επιστροφής πετυχαίνοντας μία ρίψη και εγκαταλείποντας τα αεροσκάφη (όπως η επιδρομή Doolittle στο Τόκυο). Η Luftwaffe σωστά απέρριπτε κάθε συζήτηση για κάτι τέτοιο.

Η Ισλανδία έχοντας επίγνωση της αμυντικής της αδυναμίας, αποφάσισε να αναλάβει μόνη της την υπεράσπιση της χώρας αλλά το 1940, η Βρετανία σε μια επιχείρηση αστραπή (Operation Fork) αποβίβασε στρατιωτικές μονάδες καταλαμβάνοντας τη νησιωτική χώρα αμέσως μετά τη γερμανική εισβολή στη Δανία και στη Νορβηγία. Μετά τη Νορβηγία, το Λονδίνο είχε αποφασίσει να μην αφήνει τα πράγματα στην τύχη τους. Το επόμενο έτος, η Ισλανδική κυβέρνηση προσκάλεσε τις ΗΠΑ να αναλάβουν την κάλυψη της χώρας, κάτι που έγινε. Οι αμερικανικές δυνάμεις δεν έφυγαν παρά το 1944.
Δεύτερο σχέδιο: Αζόρες
Ανάλογη ήταν και η λύση του νησιωτικού συμπλέγματος των Αζορών. Το αρχιπελαγικό σύμπλεγμα ανήκε από τότε στην ουδέτερη Πορτογαλία και απείχε 3.000 χλμ. από τη Γερμανία και άλλα 3.700 χλμ. από το μητροπολιτικό έδαφος των ΗΠΑ, αποτελώντας έτσι μια βιώσιμη επιλογή ενδιάμεσου σταθμού. Ωστόσο, το ημιαυτόνομο καθεστώς διακυβέρνησής τους διακόπηκε το 1943, όταν ο δικτάτορας της Πορτογαλίας Αντόνιο Σαλαζάρ παραχώρησε δικαιώματα χρήσης των νησιών στο Βρετανικό Ναυτικό, που εκείνη την περίοδο βρισκόταν στο απώγειο της Μάχης του Ατλαντικού. Το επόμενο έτος, οι ΗΠΑ ανέπτυξαν και εκείνες σημαντική αεροναυτική παρουσία κατασκευάζοντας ναυτικές βάσεις ανεφοδιασμού και επισκευών για τα συμμαχικά πλοία τερματίζοντας έτσι κάθε σκέψη χρήσης τους από τη Γερμανική Αεροπορία.
Η γέννηση του Amerikabomber

Το 1942, η ιδέα του Amerikabomber πέρασε πλέον σε πιο συγκεκριμένο στάδιο. Διατυπώθηκε η απαίτηση για ένα στρατηγικό βομβαρδιστικό με εμβέλεια περίπου 11.600 χιλιομέτρων για πτήση από τη Γερμανία μετ’ επιστροφής και δυνατότητα μεταφοράς σημαντικού φορτίου βομβών. Ένα σχέδιο 33 σελίδων υποβλήθηκε στο Υπουργείο Αεροπορίας τον Απρίλιο του ίδιου έτους. Το ζητούμενο ήταν ουσιαστικά ένα αεροσκάφος που θα μπορούσε να μεταφέρει τον πόλεμο στην αμερικανική ενδοχώρα, ουσιαστικά στην ανατολική ακτή.
Αρκετές γερμανικές εταιρείες ανταποκρίθηκαν στην πρόκληση. Οι προοπτικές του σχεδίου, η πρόσβαση σε μεγάλα κονδύλια και πόρους και κυρίως η ειδική σχέση του σχεδίου από την ίδια την ηγεσία του ναζιστικού Ράιχ υπόσχονταν μεγάλες προοπτικές και κέρδη -όχι μόνο σε χρήμα αλλά και σε διασυνδέσεις- για τον ανάδοχο του προγράμματος, κάτι που οι Γερμανοί μεγαλοβιομήχανοι δεν μπορούσαν να αγνοήσουν. Όποιος έκανε το σχέδιο του Amerikabomber να δουλέψει, θα κέρδιζε μια χρυσή θέση και προτιμητέα συμπεριφορά στο νέο Ράιχ.
Οι Messerschitt, Junkers, Heinkel, Focke-Wulf, Arado και Horton έπιασαν δουλειά και μόνιμη θέση στους θαλάμους αναμονής του Reichsluftfahrtministerium. Μεταξύ των σημαντικότερων σχεδίων ήταν το Messerschmitt Me 264, το Junkers Ju 390, το Heinkel He 277 και το Focke-Wulf Ta 400. Τα περισσότερα δεν ξεπέρασαν ποτέ το στάδιο του πρωτοτύπου ή της ημιτελούς κατασκευής.
Junkers Ju 390
Το πιο ενδιαφέρον από αυτά ήταν το Ju 390, μια διευρυμένη εξέλιξη του Ju 290. Το Ju 290 ήταν ένα τετρακινητήριο μεταγωγικό και αναγνωριστικό μεγάλης ακτίνας που σχεδιάστηκε ως απόρροια του προγράμματος Uralbomber το 1937. Ένας αριθμός από αυτά χρησιμοποιήθηκαν με μεγάλη επιτυχία σε ρόλους αναγνωρίσεως στη Μάχη του Ατλαντικού με τον ναύαρχο Νταίνιτς να απαιτεί την αποκλειστική τους χρήση προς όφελος των υποβρυχίων του.

Το 1942, το σχέδιο του Ju 290 χρησιμοποιήθηκε ως βάση για το πρόγραμμα Amerikabomber. Αξιοποιώντας τα καλά πτητικά χαρακτηριστικά του, τη μεγάλη ακτίνα δράσης του και τον σημαντικό εσωτερικό του χώρο, η σχεδιαστική ομάδα της Junkers μετέτρεψε ένα αεροσκάφος Ju 290 προσθέτοντας ένα τμήμα 5,6 μέτρων στην άτρακτο και αυξάνοντας ανάλογα τις πτέρυγες. Για την απαραίτητη επιπλέον άντωση και εμβέλεια, το Ju 390 διέθετε έξι κινητήρες BMW 801, δύο περισσότερους από το Ju 290, ισχύος 1.970 ίππων ο καθένας. Το τεράστιο αεροσκάφος είχε άνοιγμα πτερύγων περίπου 50 μέτρα και σχεδιαζόταν για εξαιρετικά μεγάλη εμβέλεια. Yπολογιζόταν πως to Ju 390 μπορούσε να μεταφέρει φόρτο 1.930 κιλών βομβών σε αποστάσεις 9.200 χιλιομέτρων, κάτι που ήταν λίγο για το σκοπό του προγράμματος αλλά σίγουρα αποτελούσε μια καλή αρχή.
Το πρώτο πρωτότυπο πέταξε στις 20 Οκτωβρίου του 1943, αποδεικνύοντας ότι η Γερμανία μπορούσε πράγματι να κατασκευάσει ένα αεροσκάφος με εντυπωσιακές επιδόσεις. Σύντομα, το γερμανικό υπουργείο αεροπορίας παρείχε χρηματοδότηση για την κατασκευή έξι ακόμα πρωτοτύπων, V-2 ως V-7 με ορίζοντα παραδόσεων ως το τέλος του 1944. Μεταξύ Νοεμβρίου 1943 και Μαΐου 1944 το αεροσκάφος πραγματοποίησε πολλές δοκιμές μεταφοράς και άλλων αποστολών -μεταξύ τους και εναέριο ανεφοδιασμό- με αρκετή επιτυχία. Ωστόσο, τον Ιούνιο του 1944, με την απόβαση στη Νορμανδία να έχει ήδη συμβεί, η παραγγελία ακυρώθηκε και τον Απρίλιο του 1945 το πρωτότυπο καταστράφηκε για να μην πέσει στα χέρια των Αμερικανών.

Γύρω από το δεύτερο πρωτότυπο του Ju 390 δημιουργήθηκε, ωστόσο, ένας από τους μεγαλύτερους θρύλους της ιστορίας του Amerikabomber. Σύμφωνα με μεταπολεμικές μαρτυρίες, το αεροσκάφος φέρεται να πραγματοποίησε το 1944 πτήση από τη Γαλλία προς τον Ατλαντικό και, στην πιο εντυπωσιακή εκδοχή της ιστορίας, να έφτασε σε απόσταση περίπου 20 χιλιομέτρων από το Long Island προτού επιστρέψει στην Ευρώπη. Η πτήση αυτή θα αποτελούσε ένα εκπληκτικό επίτευγμα, όμως η ιστορική της τεκμηρίωση είναι ανεπαρκής και σήμερα θεωρείται ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη. Επομένως, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως βεβαιωμένο γεγονός, ιδίως αφού σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη η Junkers δεν κατάφερε ποτέ να ολοκληρώσει κανένα από τα πρωτότυπα που της παρήγγειλε το Reichsluftfahrtministerium.
Horten Ho XVIII
Παράλληλα, η γερμανική έρευνα προχωρούσε σε ακόμη πιο φιλόδοξες κατευθύνσεις. Οι αδελφοί Horten πρότειναν ένα τεράστιο βομβαρδιστικό τύπου ιπτάμενης πτέρυγας, το Ho XVIII, που θα χρησιμοποιούσε έξι κινητήρες τζετ Jumo 004 ισχύος 2.000 λιβρών ο καθένας και θα είχε πολύ μεγάλη εμβέλεια. Η σχεδίαση βασιζόταν στην ιδέα ότι ένα αεροσκάφος χωρίς συμβατική ουρά θα παρουσίαζε μικρότερη αεροδυναμική αντίσταση και συνεπώς σημαντικά μικρότερη κατανάλωση καυσίμου.
Το αεροσκάφος δεν κατάφερε να φτάσει στο στάδιο του πρωτοτύπου, αλλά φιλοδοξούσε να μεταφέρει ένα φορτίο 4.000 κιλών βομβών με ταχύτητες που θα έφταναν τα 820 χλμ/ώρα (0,66 Μαχ). Μεταγενέστερες εκτιμήσεις έδειξαν επίσης ότι η διαμόρφωση ιπτάμενης πτέρυγας θα μπορούσε να προσφέρει μειωμένο ίχνος ραντάρ, όμως οι μεταπολεμικοί ισχυρισμοί ότι οι Horten είχαν δημιουργήσει συνειδητά ένα σύγχρονο «stealth» βομβαρδιστικό παραμένουν αμφιλεγόμενοι.

Η Horten άλλωστε παρουσίασε πολλά σχέδια ιπτάμενης πτέρυγας μικρού μεγάθους ορισμένα από τα οποία προχώρησαν αρκετά -όπως το Horten Ho 229- αλλά σταδιοδρομώντας περισσότερο στο πεδίο της φαντασίας παρά σε πραγματικές συνθήκες επιχειρήσεων.
Focke-Wulf Ta 400
Άλλη μια ανάπτυξη που δεν ξεπέρασε ποτέ το στάδιο του σχεδιασμού ήταν το εξακινητήριο Ta 400 της Focke-Wulf. Το αεροσκάφος είχε περισσότερο συμβατικό σχέδιο, που θύμιζε αρκετά το αμερικανικό Β-29 Superfortress. Το σχέδιο παρουσίαζε μια άτρακτο μήκους 29,4 μέτρων που κατέληγε σε ουραίο σχήματος Η, με εκπέτασμα πτερύγων πλάτους 42 μέτρων ενώ οι έξι αστεροειδείς κινητήρες BMW 801D θα συμπληρώνονταν στη συνέχεια με δύο επιπλέον κινητήρες jet Jumo. Η ισχύς αυτή ήταν απαραίτητη για να φτάσει σε εμβέλεια τα 9.000 χλμ. μεταφέροντας φορτίο 10.000 κιλών βομβών με ταχύτητες 720 χλμ./ώρα. Ωστόσο, το δημιούργημα του σχεδιαστή Kurt Tank δεν ξεπέρασε ποτέ το επίπεδο των δοκιμών μοντέλου υπό κλίμακα στην αεροδυναμική σήραγγα, χωρίς να φτάσει ποτέ στην κατασκευή κανονικού αεροσκάφους.

Heinkel He 277
Ανάλογη ήταν και η πορεία του He 277 της Heinkel. Το τετρακινητήριο βαρύ βομβαρδιστικό αποτέλεσε στην ουσία μια μεγέθυνση του Heinkel He 177 Greif, με τη διαφορά ότι χρησιμοποιούσε ενοποιημένους αστεροειδείς κινητήρες BMW 801E δεκατεσσάρων κυλίνδρων. Ωστόσο, το αεροσκάφος έμελλε να έχει την πιο άτυχη πορεία από όλα τα σχέδια. Βασισμένο σε ένα ήδη προβληματικό σχέδιο, αφού το αρχικό He 177 δεν ξεπέρασε ποτέ τα προβλήματα συγχρονισμού των κινητήρων του, το He 277 δεν μπόρεσε ούτε αυτό να λύσει το ζήτημα πρόωσής του και να εξελιχθεί σε ένα λειτουργικό πρωτότυπο. Η ταφόπλακα δόθηκε οριστικά στις 3 Ιουλίου του 1944, όταν η κατάσταση στη Νορμανδία είχε παγιωθεί και η γερμανική ηγεσία ενεργοποίησε το Επείγον Σχέδιο Μαχητικού (Jägernotprogramm) ακυρώνοντας κάθε πρόγραμμα που δεν είχε σημαντικές ελπίδες επιτυχίας στρέφοντας όλους τους πόρους στην επείγουσα παραγωγή καταδιωκτικών Bf 109 και Fw 190.

Messerschmitt Me 264
Το Me 264 της Messerschmitt συγκέντρωνε τις περισσότερες πιθανότητες επιλογής ως φορέας του προγράμματος. Η εταιρεία βάσισε το σχέδιο του αεροσκάφους σε ένα έτοιμο και δοκιμασμένο ελαφρύ αεροσκάφος στρατηγικής αναγνώρισης, το Me 261 Adolfine, το μόνο αεροσκάφος που αναπτύχθηκε από τη γερμανική βιομηχανία την περίοδο εκείνη με εμβέλεια 19.100 χλμ.. Μάλιστα, το 1936, η γερμανική κυβέρνηση επέλεξε το Me 261 για να μεταφέρει την ολυμπιακή φλόγα στο Τόκυο για τους Θερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του 1940, σε μια πτήση 9.445 χλμ. χωρίς διακοπή. Αν και η πτήση δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, η απόφαση αντανακλούσε το επίπεδο φιλοδοξίας της γερμανικής ηγεσίας στην αεροπορική της βιομηχανία.

Το σχέδιο του Adolfine ήταν για ένα εξαιρετικά λεπτής ατράκτου αεροσκάφος με μεγάλες πτέρυγες που δρούσαν ως υπερμεγέθεις αποθήκες καυσίμου και δύο ισχυρούς κινητήρες Daimler-Benz DB 601, χαρακτηριστικά που θα περνούσαν και στο νέο σχέδιο του Me 264 αλλά σε μεγέθυνση. Όμως η μεταμόρφωσή του σε ένα βαρύ βομβαρδιστικό με μεγάλη εμβέλεια και μεταφορική ικανότητα φορτίου βομβών απαιτούσε ακόμα περισσότερα. Χρόνος χρειαζόταν για να αναπτυχθούν νέοι ισχυρότεροι κινητήρες, σχέδια και υλικά που ακόμα δεν υπήρχαν.
Με τη Γερμανία να κηρύσσει τον πόλεμο στις ΗΠΑ αμέσως μετά το Περλ Χάρμπορ, ο υπουργός Αεροπορίας Χ. Γκαίρινγκ έδωσε τον Αύγουστο του 1942 εντολή να επισπεύσουν οι διαδικασίες ανάπτυξης του προγράμματος Amerikabomber. Η εντολή αυτή προκάλεσε τριγμούς στη διαδικασία. Στο επιχείρημα ότι χρειαζόταν χρόνος για να αναπτυχθούν νέοι ισχυρότεροι κινητήρες, ο Γκαίρινγκ αντιπαρέταξε την ιδέα των “συγκολλημένων κινητήρων” μια πρακτική όπου δύο κινητήρες κατασκευάζονται σε συγκόλληση για να λειτουργήσουν σαν ενιαίο σύστημα παραγωγής ισχύος. Αυτή η πρακτική, ωστόσο, παράγει περισσότερα προβλήματα στην πορεία, όπως υψηλές θερμοκρασίες, αναφλέξεις, κατανάλωση καυσίμου και υγρών κλπ. που θα στοίχειωναν το πρόγραμμα ανάπτυξης.

Το πρώτο πρωτότυπο V1 του Messerschmitt Me 264 πέταξε στις 23 Δεκεμβρίου 1943, «φορώντας» τέσσερις κινητήρες Jumo Ju 211J των 1.340 ίππων. Η ισχύς όμως δεν ήταν ακόμα αρκετή. Η Messerschmitt αγωνιζόταν για περισσότερη ισχύ αλλά η γερμανική βιομηχανία δεν μπορούσε χαρακτηριστικά να ξεπεράσει το όριο των 2.000 ίππων. Στην επόμενη πτήση οι κινητήρες αντικαταστάθηκαν με τους ισχυρότερους BMW 801G που βελτίωσαν οριακά την κατάσταση.
Οι δοκιμές αποκάλυψαν επίσης κι άλλα προβλήματα, κυρίως λόγω του μεγάλου φορτίου πτέρυγας, που επηρέαζε αρνητικά την άνοδο, την ευελιξία και τις ταχύτητες απογείωσης και προσγείωσης. Η άτρακτος είχε σχεδιαστεί σαν μακρύς κυλινδρικός σωλήνας που περιλάμβανε ένα ενιαίο, ισόπεδο πιλοτήριο -μια σχεδίαση συνηθισμένη σε γερμανικά βομβαρδιστικά- που φιλοξενούσε το μισό από το οκταμελές πλήρωμα. Δεδομένης της μακράς διάρκειας των αποστολών, υπήρχε πρόβλεψη για κλίνες ανάπαυσης του πληρώματος και μικρή κουζίνα για παρασκευή ζεστών γευμάτων.

Το δεύτερο πρωτότυπο V2 έφερε βελτιωμένη σχεδίαση πτερύγων και πλάκες θωράκισης σε κρίσιμα σημεία της ατράκτου και των κινητήρων. Το αεροσκάφος είχε οπλισμό δύο πυροβόλων MG 151 των 20mm και τεσσάρων πολυβόλων MG 131 των 13mm ενώ μπορούσε να μεταφέρει φορτίο βομβών 3.000 κιλών με ακτίνα 14.400 χλμ. ή 6.000 κιλών με ακτίνα 8.600 χλμ..
Οι επιδόσεις αυτές γεννούσαν αισιοδοξία αλλά ήταν σαφές πως οι εξελίξεις δεν έρχονταν αρκετά γρήγορα για τις ανάγκες του πολέμου. Με τη γερμανική αεροπορία να στρέφει την προσοχή της σε άλλα σχέδια και το γερμανικό ναυτικό να αποσύρει το ενδιαφέρον του για άλλα αεροσκάφης αναγνώρισης, το σχέδιο ανάπτυξης σταδιακά εγκαταλείφθηκε. Η Messerschmitt στράφηκε προς την ανάπτυξη του αεριωθούμενου καταδιωκτικού Me 262, ενώ το πρόγραμμα του Me 264 ακυρώθηκε ορισιτικά τον Οκτώβριο του 1943.
Κύκνειο άσμα της σχεδιαστικής ομάδας ήταν το αναθεωρημένο σχέδιο του πειραματικού Ρ.1107, μια προσπάθεια της Messerschmitt να νεκραναστήσει το Me 264 ως αεριωθούμενο βομβαρδιστικό με δύο ή τέσσερις αεριοστροβίλους τον Ιανουάριο του 1945. Το σχέδιο αυτό -με ορίζοντα ολοκλήρωσης το 1948 (!)- εντάσσεται στις φαντασιακές ονειρώξεις των Wunderwaffen που στην κατάσταση που ήταν τότε η ναζιστική Γερμανία δεν είχαν ελπίδες να υλοποιηθούν.

Η ιδέα του μητρικού σκάφους
Υπήρχαν ακόμη σχέδια για παράσιτα βομβαρδιστικά, όπου ένα μεγάλο αεροσκάφος θα μετέφερε ένα μικρότερο μέχρι ένα σημείο του Ατλαντικού και θα το απελευθέρωνε για την τελική επίθεση. Όλα αυτά τα σχέδια αντανακλούσαν τη γενικότερη γερμανική εμμονή με τις Wunderwaffen, την πεποίθηση δηλαδή ότι μια τεχνολογικά επαναστατική λύση θα μπορούσε να αντισταθμίσει τη συντριπτική υλική υπεροχή των Συμμάχων.

Σε ένα τέτοιο σενάριο, το Messerschmitt Me 264 ή το Junkers Ju 390 θα δρούσαν σαν μητρικά αεροσκάφη για την εξαπόλυση μικρών αεροσκαφών βομβαρδισμού, όπως το μονοθέσιο Me 328. Το τελευταίο ήταν ένα απλό σχέδιο μονοθέσιου αεροσκάφους που κινούσαν ένας Jumo 004 ή δύο κινητήρες παλμικού αυλού Argus As 014 -όμοιοι με εκείνον που προωθούσε την ιπτάμενη βόμβα V-1. Δημιούργημα κι αυτό της Messerschmitt, το Me 328 δεν ήταν κανονικό αεροσκάφος αλλά περισσότερο αυτοπροωθούμενο ανεμοπλάνο με περιορισμένη ταχύτητα ελιγμών και αυτονομία.
Ήδη, από τον Φεβρουάριο του 1942, το Me 328 είχε λάβει άδεια χρηματοδότησης από το υπουργείο αεροπορίας για να αναπτυχθεί σε δύο εκδόσεις, την Me 328A καταδιωκτικού και την Me 328B βομβαρδισμού με σαφώς περιορισμένες δυνατότητες. Το πρωτότυπα του αεροσκάφους τοποθετήθηκαν πειραματικά σε μητρικά βομβαρδιστικά (Heinkel He 277 και Junkers 388) με την προοπτική εξαπόλυσης σε αποστολές μακράς ακτίνας για παροχή τουλάχιστον λίγων λεπτών δράσης. Μετά ο πιλότος θα εκτελούσε αναγκαστική προσγείωση όπου ήταν δυνατό βασιζόμενος σε πέδιλα κάτω από την άτρακτο.

Η ανάρτησή του στο Me 264 ήταν ένα από τα σχέδια που είχε εξεταστεί, ωστόσο βασικός λόγος που το πρόγραμμα προχώρησε έστω και λίγο ήταν το κόστος. Κατασκευασμένο από ξύλο με ελάχιστα ζωτικά τμήματα από μέταλλο, χωρίς οπλισμό, σύστημα προσγείωσης και πολύ βασικά μέσα, το Me 328 είχε κόστος παραγωγής μόλις το 1/4 ενός καταδιωκτικού Bf 109 ή Focke Wulf Fw 190. Ακόμα κι έτσι, όμως, η ιδέα της εξαπόλυσης σμηνών μικρών αεροσκαφών που θα χτυπούσαν επιλεκτικά στόχους με ελαφρές βόμβες στο μητροπολιτικό έδαφος των ΗΠΑ και μοιραία θα συλλαμβάνονταν μετά κρίθηκε σίγουρα μη παραγωγική από κάθε άποψη.
Το τέλος των ψευδαισθήσεων
Ωστόσο, η πραγματικότητα του πολέμου ήταν αμείλικτη. Από το τέλος του 1943 και ιδιαίτερα το 1944, η Γερμανία αντιμετώπιζε τεράστιες ελλείψεις σε καύσιμα, πρώτες ύλες, κινητήρες και εξειδικευμένο προσωπικό, ενώ οι συμμαχικοί βομβαρδισμοί κατέστρεφαν συστηματικά τη βιομηχανική της υποδομή. Οι προτεραιότητες μετατοπίστηκαν αναγκαστικά στα μαχητικά αεροσκάφη και στην άμυνα της ίδιας της Γερμανίας. Τα προγράμματα των μεγάλων βομβαρδιστικών περιορίστηκαν και τελικά εγκαταλείφθηκαν.
Το 1944, τα σχέδια για το Amerikabomber παρέμεναν πλέον περισσότερο ως ευσεβείς πόθοι παρά σαν ρεαλιστικό πολεμικό πρόγραμμα. Ακόμη και αν ένα από τα αεροσκάφη είχε ολοκληρωθεί, η Γερμανία θα δυσκολευόταν πολύ να το παράγει σε επαρκείς αριθμούς και να το υποστηρίξει επιχειρησιακά. Μία μικρή επιδρομή εναντίον αμερικανικής πόλης θα μπορούσε να έχει ασφαλώς τεράστια προπαγανδιστική αξία, αλλά επίδραση στην αμερικανική πολεμική μηχανή θα ήταν ελάχιστη.
Η μόνη περίπτωση στην οποία ένα Amerikabomber θα μπορούσε να αποκτήσει πραγματικά καταστροφική στρατηγική σημασία θα ήταν εάν συνδυαζόταν με μια γερμανική ατομική βόμβα. Η ναζιστική Γερμανία διεξήγαγε πράγματι πυρηνικές έρευνες, όμως δεν κατάφερε να αναπτύξει ατομική βόμβα. Η έλλειψη συντονισμού, οι περιορισμένοι πόροι, η φυγή ή δίωξη επιστημόνων και η τεράστια βιομηχανική κλίμακα που απαιτούσε η παραγωγή σχάσιμου υλικού εμπόδισαν την επίτευξη ενός τέτοιου στόχου.

Επίλογος
Τελικά, η πορεία από το Uralbomber στο Amerikabomber αποτυπώνει μια χαρακτηριστική αντίφαση της ναζιστικής πολεμικής μηχανής. Η Γερμανία διέθετε εξαιρετικούς μηχανικούς και σημαντικές τεχνολογικές ικανότητες, αλλά δεν διέθετε τους πόρους για να μετατρέψει όλες αυτές τις ιδέες σε επιχειρησιακά όπλα. Το Uralbomber εγκαταλείφθηκε, όταν η Luftwaffe επέλεξε το δόγμα της τακτικής αεροπορίας. Το Amerikabomber επανεμφανίστηκε, όταν πλέον η ανάγκη για στρατηγική εμβέλεια ήταν μεγαλύτερη από ποτέ, αλλά η γερμανική οικονομία και στρατιωτική κατάσταση είχαν χειροτερέψει καθιστώντας αδύνατη την πραγματοποίησή του.
Έτσι, το Amerikabomber δεν αποτέλεσε ποτέ το «υπερόπλο» που θα μπορούσε να ανατρέψει την έκβαση του πολέμου. Ήταν περισσότερο το τελευταίο στάδιο μιας δεκαετούς αναζήτησης για μια ικανότητα που η Luftwaffe είχε εγκαταλείψει πολύ πιο νωρίς. Από το όραμα του Walther Wever για ένα βομβαρδιστικό που θα έπληττε τα σοβιετικά Ουράλια έως τα γιγαντιαία Ju 390, Me 264 και Ho XVIII που ονειρεύονταν να φτάσουν στη Νέα Υόρκη, η Γερμανία προσπάθησε να γεφυρώσει ένα τεράστιο τεχνολογικό και γεωγραφικό χάσμα. Όταν όμως πλησίασε περισσότερο από ποτέ στην υλοποίηση της ιδέας, ο πόλεμος είχε ήδη κριθεί.
Η πραγματική ιστορική σημασία του Uralbomber και του Amerikabomber βρίσκονται επομένως όχι τόσο στο τί κατάφεραν να πετύχουν, αλλά στο τί αποκαλύπτουν για τη στρατηγική σκέψη του Τρίτου Ράιχ: την πεποίθηση ότι η τεχνολογική καινοτομία μπορούσε να υποκαταστήσει την παραγωγική ισχύ, τους διαθέσιμους πόρους και τη συνολική στρατηγική πραγματικότητα. Στην περίπτωση του Amerikabomber, το χάσμα αυτό αποδείχθηκε τελικά αγεφύρωτο.

