Amerikabomber: Η φαντασίωση για σβάστικες πάνω από το Μανχάταν

Το σχέδιο ανάπτυξης ενός στρατηγικού βομβαρδιστικού από την Luftwaffe συνδέεται και με την επιθυμία της ναζιστικής ηγεσίας να πλήξει απευθείας τις Ηνωμένες Πολιτείες, ως ανταπόδοση των βομβαρδισμών των γερμανικών πόλεων που καταστρέφονταν από τα χτυπήματα των Συμμάχων. Η αλήθεια είναι όμως, πως οι απαρχές του σχεδίου εντοπίζονται πολύ πριν την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου. Το 1935, αμέσως μετά την επανίδρυση της Luftwaffe, ο επιτελάρχης της, Υποπτέραρχος Walther Wever, αναγνωρίζοντας τους περιορισμούς της στο ρόλο της εγγύς υποστήριξης, ζήτησε με πάθος την ανάπτυξη των ικανοτήτων στρατηγικού βομβαρδισμού. Κατά τον Wever, η ικανότητα της Luftwaffe να καταφέρει πλήγματα σε βάθος αποσαθρώνοντας την πηγή της πολεμικής ικανότητας του αντιπάλου, όφειλε να είναι κομβικής σημασίας.
O Υποπτέραρχος της Luftwaffe, Walther Wever

“Uralbomber”: το όραμα του Walther Wever

Προς αυτό το σκοπό, ο Wever εξουσιοδότησε τον Νοέμβριο του 1935 την εκκίνηση του προγράμματος Uralbomber, για βομβαρδιστικό που θα μπορούσε εφορμώντας από τη γερμανική επικράτεια να χτυπά τα κέντρα της σοβιετικής πολεμικής παραγωγής στα Ουράλια όρη, αναθέτοντας στις δύο κατεξοχήν κατασκευάστριες εταιρείες μεγάλων αεροσκαφών, Dornier και Junkers, την ανάπτυξη προτάσεων. Ωστόσο, ο θάνατος του σε αεροπορικό δυστύχημα το 1936 αλλάξε τις ισορροπίες εντός του επιτελείου, αφού ο διάδοχός του, Albert Kesselring ήταν πιο προσεκτικός στις επιδιώξεις του. Αναλαμβάνοντας το πολλαπλό καθήκον της ανάπτυξης της αεροπορίας, της διεύθυνσης της λεγεώνας “Κόνδωρ” στην Ισπανία και της προετοιμασίας για τις εκστρατείες στην Πολωνία και στη Γαλλία, ο Kesselring θεώρησε πως το να πιέσει και προς την κατεύθυνση του στρατηγικού βομβαρδισμού θα εξαντλούσε τους πόρους και τις τεχνολογικές δυνατότητες του νέου κλάδου, οπότε έβαλε το Uralbomber στο αρχείο. Τα αποτελέσματα αυτής της απόφασης θα φαίνονταν σύντομα, όταν στην αρχή του πολέμου η αναγεννημένη Luftwaffe στερείτο παντελώς αεροσκαφών στρατηγικού βομβαρδισμού μεγάλων αποστάσεων (μια ικανότητα που διέθεταν τόσο η βρετανική όσο και η αμερικανική αεροπορία), καθώς όλα τα καταδιωκτικά και βομβαρδιστικά της είχαν μικρή ακτίνα δράσης. Το δόγμα της γερμανικής αεροπορίας είχε περιοριστεί στην κυριαρχία πάνω από το πεδίο της μάχης και την εκ του σύνεγγυς υποστήριξη των χερσαίων στρατευμάτων. Και εναρμονιζόταν με την θεωρία περί «Κεραυνοβόλου Πολέμου». Η εμμονή του Χίτλερ όμως για στρατηγικά χτυπήματα ειδικά κατά των ΗΠΑ, ήταν ακατανίκητη και σύντομα απαίτησε από τους αρχηγούς του ναυτικού και της αεροπορίας προτάσεις για να πληγεί η αμερικανική ήπειρος. Αυτοί απάντησαν ότι αφού κάτι τέτοιο με τα υπάρχοντα μέσα ήταν αδύνατο, θα έπρεπε να αναζητηθούν  εναλλακτικά σχέδια για να πληγούν στόχοι στις βορειοαμερικανικές ακτές. Και μια πρόταση ήταν για εξασφάλιση προκεχωρημένων βάσεων πιο κοντά στις ΗΠΑ.

Πρώτη λύση: Ισλανδία

Με απόσταση περί τα 3.000 χλμ. από τις αμερικανικές ακτές η Ισλανδία εξετάστηκε ως βάση εξόρμησης, αλλά γρήγορα απορρίφθηκε. Η εμβέλεια των γερμανικών βομβαρδιστικών απείχε πολύ από αυτό το νούμερο, φτάνοντας μόλις στο μισό αυτής της απόστασης (Heinkel He 111: 1.500 χλμ., Dornier Do 17: 1.570 χλμ.), ενώ το Junkers Ju 88 είχε μέγιστη εμβέλεια 2.700 χλμ. Αν απορρίπτονταν κάθε περιττό για την αποστολή βάρος, τότε μια ομάδα από 88ρια θα μπορούσαν ίσως να εκτελέσουν ένα ταξίδι άνευ επιστροφής πετυχαίνοντας μία ρίψη και εγκαταλείποντας τα αεροσκάφη (όπως η επιδρομή Doolittle στο Τόκυο). Άλλωστε το 1940, η Βρετανία σε μια επιχείρηση αστραπή (Operation Fork) αποβίβασε στρατιωτικές μονάδες καταλαμβάνοντας τη νησιωτική χώρα αμέσως μετά τη γερμανική εισβολή στη Δανία και στη Νορβηγία. Ενώ το 1941 ακολούθησαν οι ΗΠΑ.

Δεύτερο σχέδιο: Αζόρες

Ανάλογη ήταν και η λύση του νησιωτικού συμπλέγματος των Αζορών. Το αρχιπελαγικό σύμπλεγμα ανήκε  στην ουδέτερη Πορτογαλία και απείχε 3.000 χλμ. από τη Γερμανία και άλλα 3.700 χλμ. από το μητροπολιτικό έδαφος των ΗΠΑ. Ωστόσο, το ημιαυτόνομο καθεστώς διακυβέρνησής τους διακόπηκε το 1943, όταν ο δικτάτορας της Πορτογαλίας Αντόνιο Σαλαζάρ παραχώρησε δικαιώματα χρήσης των νησιών στο Βρετανικό Ναυτικό, που εκείνη την περίοδο βρισκόταν στο απώγειο της Μάχης του Ατλαντικού. Το επόμενο έτος, οι ΗΠΑ ανέπτυξαν και εκείνες σημαντική αεροναυτική παρουσία κατασκευάζοντας βάσεις ανεφοδιασμού και επισκευών για τα συμμαχικά πλοία.

Η γέννηση του Amerikabomber

Το 1942 διατυπώθηκε η απαίτηση για ένα στρατηγικό βομβαρδιστικό με εμβέλεια περίπου 11.600 χιλιομέτρων για πτήση από τη Γερμανία προς τις ΗΠΑ και δυνατότητα μεταφοράς σημαντικού φορτίου βομβών. Ένα σχέδιο 33 σελίδων υποβλήθηκε στο Υπουργείο Αεροπορίας τον Απρίλιο του ίδιου έτους. Το ζητούμενο ήταν ουσιαστικά ένα αεροσκάφος που θα μπορούσε να μεταφέρει τον πόλεμο στην αμερικανική ενδοχώρα, τουλάχιστον στην ανατολική ακτή της. Αρκετές γερμανικές εταιρείες ανταποκρίθηκαν στην πρόκληση. Οι προοπτικές του σχεδίου, η πρόσβαση σε μεγάλα κονδύλια και κυρίως η ειδική σχέση του σχεδίου με την ηγεσία του Ράιχ υπόσχονταν μεγάλες προοπτικές και κέρδη για τον ανάδοχο του προγράμματος, κάτι που οι Γερμανοί μεγαλοβιομήχανοι δεν μπορούσαν να αγνοήσουν. Οπότε οι Messerschitt, Junkers, Heinkel, Focke-Wulf, Arado και Horton έπιασαν δουλειά, και μεταξύ των σημαντικότερων σχεδίων ήταν το Messerschmitt Me 264, το Junkers Ju 390, το Heinkel He 277 και το Focke-Wulf Ta 400. Τα περισσότερα όμως δεν ξεπέρασαν ποτέ το στάδιο του πρωτοτύπου ή της ημιτελούς κατασκευής.

Junkers Ju 390

Το πιο ενδιαφέρον από αυτά ήταν το Ju 390, μια εξέλιξη του Ju 290, ένα τετρακινητήριο μεταγωγικό και αναγνωριστικό μεγάλης ακτίνας δράσης που σχεδιάστηκε ως απόρροια του προγράμματος Uralbomber το 1937. Ένας αριθμός από αυτά χρησιμοποιήθηκαν με μεγάλη επιτυχία σε ρόλους αναγνωρίσεως στη Μάχη του Ατλαντικού με τον ναύαρχο Νταίνιτς να απαιτεί την αποκλειστική τους χρήση, προς όφελος των υποβρυχίων του.
To Ju 290 στο έδαφος, αποκαλύπτοντας τα εντυπωσιακά χαρακτηριστικά του όταν πετούσε σε αποστολές αναγνώρισης πάνω από τον Ατλαντικό.
Το 1942, το σχέδιο χρησιμοποιήθηκε ως βάση για το Amerikabomber. Η σχεδιαστική ομάδα της Junkers πρόσθεσε ένα τμήμα 5,6 μέτρων στην άτρακτο, μεγαλώνοντας ανάλογα και τις πτέρυγες. Για την απαραίτητη επιπλέον άντωση και εμβέλεια, το Ju 390 διέθετε έξι κινητήρες BMW 801, δύο περισσότερους από το Ju 290, ισχύος 1.970 ίππων ο καθένας. Το τεράστιο αεροσκάφος είχε άνοιγμα πτερύγων περίπου 50 μέτρα και υολογιζόταν πως μπορούσε να μεταφέρει φόρτο 1.930 κιλών βομβών σε αποστάσεις 9.200 χιλιομέτρων, κάτι που ήταν λίγο για το σκοπό του προγράμματος αλλά αποτελούσε μια καλή αρχή.  Το πρώτο πρωτότυπο πέταξε στις 20 Οκτωβρίου του 1943, αποδεικνύοντας ότι η Γερμανία μπορούσε πράγματι να κατασκευάσει ένα αεροσκάφος με εντυπωσιακές επιδόσεις. Σύντομα, το υπουργείο Αεροπορίας παρείχε χρηματοδότηση για την κατασκευή έξι ακόμα πρωτοτύπων, V-2 ως V-7, με ορίζοντα παραδόσεων ως το τέλος του 1944. Μεταξύ Νοεμβρίου 1943 και Μαΐου 1944 το αεροσκάφος πραγματοποίησε πολλές δοκιμές μεταφοράς και άλλες αποστολές -μεταξύ τους και εναέριο ανεφοδιασμό- με αρκετή επιτυχία. Ωστόσο, τον Ιούνιο του 1944, με την απόβαση στη Νορμανδία να έχει ήδη συμβεί, η παραγγελία ακυρώθηκε και τον Απρίλιο του 1945 το πρωτότυπο καταστράφηκε για να μην πέσει στα χέρια των Αμερικανών.
Το πρωτότυπο του εξακινητηρίου Junkers Ju 390 σε μια από τις λίγες δοκιμαστικές πτήσεις του το 1943.
Γύρω από το δεύτερο πρωτότυπο του Ju 390 δημιουργήθηκε, ωστόσο, ένας από τους μεγαλύτερους θρύλους της ιστορίας του Amerikabomber. Σύμφωνα με μεταπολεμικές μαρτυρίες, το αεροσκάφος φέρεται να πραγματοποίησε το 1944 πτήση από τη Γαλλία προς τον Ατλαντικό και, στην πιο εντυπωσιακή εκδοχή της ιστορίας, να έφτασε σε απόσταση περίπου 20 χιλιομέτρων από το Long Island προτού επιστρέψει στην Ευρώπη. Η πτήση αυτή θα αποτελούσε ένα εκπληκτικό επίτευγμα, όμως η ιστορική της τεκμηρίωση είναι ανεπαρκής και σήμερα θεωρείται ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη.

Horten Ho XVIII

Από την πλευρά τους οι αδελφοί Horten πρότειναν ένα βομβαρδιστικό τύπου ιπτάμενης πτέρυγας, το Ho XVIII, που θα χρησιμοποιούσε έξι κινητήρες τζετ, Jumo 004 ισχύος 2.000 λιβρών ο καθένας. Η σχεδίαση βασιζόταν στην ιδέα ότι ένα αεροσκάφος χωρίς συμβατική ουρά θα παρουσίαζε μικρότερη αεροδυναμική αντίσταση και συνεπώς σημαντικά μικρότερη κατανάλωση καυσίμου. Το αεροσκάφος δεν κατάφερε να φτάσει στο στάδιο του πρωτοτύπου, αλλά φιλοδοξούσε να μεταφέρει ένα φορτίο 4.000 κιλών βομβών με ταχύτητες που θα έφταναν τα 820 χλμ/ώρα (0,66 Μαχ). Μεταγενέστερες εκτιμήσεις έδειξαν επίσης ότι η διαμόρφωση ιπτάμενης πτέρυγας θα μπορούσε να προσφέρει μειωμένο ίχνος ραντάρ, όμως οι μεταπολεμικοί ισχυρισμοί ότι οι Horten είχαν δημιουργήσει συνειδητά ένα σύγχρονο «stealth» βομβαρδιστικό παραμένουν αμφιλεγόμενοι.
Καλλιτεχνική απεικόνιση του Horten Ho XVIII να βομβαρδίζει το Μανχάταν!

Focke-Wulf Ta 400

Άλλη μια ανάπτυξη που δεν ξεπέρασε ποτέ το στάδιο του σχεδιασμού ήταν το εξακινητήριο Ta 400 της Focke-Wulf. Το αεροσκάφος είχε συμβατική φόρμα, που θύμιζε αρκετά το αμερικανικό Β-29 Superfortress. Η άτρακτος μήκους 29,4 μέτρων κατέληγε σε ουραίο σχήματος Η, με εκπέτασμα πτερύγων 42 μέτρων ενώ οι έξι αστεροειδείς κινητήρες BMW 801D θα συμπληρώνονταν στη συνέχεια με δύο επιπλέον jet, Jumo. Η ισχύς αυτή ήταν απαραίτητη για να φτάσει σε εμβέλεια τα 9.000 χλμ. μεταφέροντας φορτίο 10.000 κιλών βομβών με ταχύτητες 720 χλμ./ώρα. Ωστόσο, το δημιούργημα του σχεδιαστή Kurt Tank δεν ξεπέρασε ποτέ το επίπεδο των δοκιμών μοντέλου υπό κλίμακα στην αεροδυναμική σήραγγα.
Μοντέλο του Focke-Wulf Ta 400 για δοκιμές στην αεροδυναμική σήραγγα.

Heinkel He 277

Ανάλογη ήταν και η πορεία του He 277 της Heinkel. Αυτό ήταν μεγέθυνση του (ήδη προβληματικού) Heinkel He 177 Greif, με τη διαφορά ότι χρησιμοποιούσε αστεροειδείς κινητήρες BMW 801E δεκατεσσάρων κυλίνδρων. Η ταφόπλακα εδώ μπήκε στις 3 Ιουλίου του 1944, όταν η κατάσταση στη Νορμανδία είχε παγιωθεί και η γερμανική ηγεσία ενεργοποίησε το Επείγον Σχέδιο Μαχητικού (Jägernotprogramm) ακυρώνοντας κάθε πρόγραμμα που δεν είχε σημαντικές ελπίδες επιτυχίας, στρέφοντας όλους τους πόρους στην επείγουσα παραγωγή καταδιωκτικών Bf 109 και Fw 190.

Messerschmitt Me 264

Το Me 264 της Messerschmitt συγκέντρωνε τις περισσότερες πιθανότητες επιλογής ως φορέας του προγράμματος. Η εταιρεία βάσισε το σχέδιο σε ένα δοκιμασμένο ελαφρύ αεροσκάφος στρατηγικής αναγνώρισης, το Me 261 Adolfineτο μόνο που αναπτύχθηκε από τη γερμανική βιομηχανία την περίοδο εκείνη με εμβέλεια 19.100 χλμ. Μάλιστα, το 1936, η γερμανική κυβέρνηση επέλεξε το Me 261 για να μεταφέρει την ολυμπιακή φλόγα στο Τόκυο για τους Θερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του 1940, σε μια πτήση 9.445 χλμ. χωρίς διακοπή (που δεν έγινε ποτέ λόγω ξεσπάσματος του πολέμου).
Το Messerschmitt Me 261 Adolfine
Με τη Γερμανία να κηρύσσει τον πόλεμο στις ΗΠΑ αμέσως μετά το Περλ Χάρμπορ, ο υπουργός Αεροπορίας Χ. Γκαίρινγκ έδωσε τον Αύγουστο του 1942 εντολή να επισπεύσουν οι διαδικασίες ανάπτυξης του Amerikabomber. Η εντολή αυτή προκάλεσε τριγμούς στη διαδικασία. Στο επιχείρημα ότι χρειαζόταν χρόνος για να αναπτυχθούν νέοι ισχυρότεροι κινητήρες, ο Γκαίρινγκ αντιπαρέταξε την ιδέα των “συγκολλημένων κινητήρων” μια πρακτική όπου δύο κινητήρες κατασκευάζονται για να λειτουργήσουν ως ενιαίο σύστημα παραγωγής ισχύος, περιστρέφοντας μια κοινή έλικα. Κάτι όμως που δημιουργούσε πολλά προβλήματα, όπως υψηλές θερμοκρασίες, αναφλέξεις, κατανάλωση καυσίμου και υγρών κ.λπ.
Το πρωτότυπο Me 264 V 1, βομβαρδιστικό μεγάλης εμβέλειας.
Το πρώτο πρωτότυπο V1 του Messerschmitt Me 264 πέταξε στις 23 Δεκεμβρίου 1943, «φορώντας» τέσσερις κινητήρες Jumo Ju 211J των 1.340 ίππων. Η ισχύς όμως δεν ήταν ακόμα αρκετή αλλά η γερμανική βιομηχανία δεν μπορούσε να ξεπεράσει το όριο των 2.000 ίππων. Σε επόμενη πτήση οι κινητήρες αντικαταστάθηκαν με τους ισχυρότερους  BMW 801G που βελτίωσαν οριακά την κατάσταση. Οι δοκιμές αποκάλυψαν επίσης κι άλλα προβλήματα, κυρίως λόγω του μεγάλου φορτίου της πτέρυγας, που επηρέαζε αρνητικά την άνοδο, την ευελιξία και τις ταχύτητες απογείωσης και προσγείωσης. Η άτρακτος είχε σχεδιαστεί σαν μακρύς σωλήνας που περιλάμβανε ένα ενιαίο, πιλοτήριο -μια σχεδίαση συνηθισμένη σε γερμανικά βομβαρδιστικά- που φιλοξενούσε το μισό από το οκταμελές πλήρωμα. Δεδομένης της μακράς διάρκειας των αποστολών, υπήρχε πρόβλεψη για κλίνες ανάπαυσης του πληρώματος και μικρή κουζίνα για παρασκευή ζεστών γευμάτων. Το δεύτερο πρωτότυπο V2 έφερε βελτιωμένη σχεδίαση πτερύγων και πλάκες θωράκισης σε κρίσιμα σημεία της ατράκτου και των κινητήρων. Είχε οπλισμό δύο πυροβόλων MG 151 των 20mm και τεσσάρων πολυβόλων MG 131 των 13mm ενώ μπορούσε να μεταφέρει φορτίο βομβών 3.000 κιλών σε ακτίνα 14.400 χλμ. ή 6.000 κιλών με ακτίνα 8.600 χλμ. Οι επιδόσεις αυτές γεννούσαν αισιοδοξία αλλά ήταν σαφές πως οι εξελίξεις δεν έρχονταν αρκετά γρήγορα, οπότε εγκαταλείφθηκε. Η Messerschmitt στράφηκε προς την ανάπτυξη του αεριωθούμενου καταδιωκτικού Me 262, ενώ το πρόγραμμα του Me 264 ακυρώθηκε οριστικά τον Οκτώβριο του 1943. Κύκνειο άσμα της σχεδιαστικής ομάδας ήταν το αναθεωρημένο σχέδιο του πειραματικού Ρ.1107, με το Me 264 να μετασχηματίζεται σε αεριωθούμενο βομβαρδιστικό με δύο ή τέσσερις αεριοστροβίλους τον Ιανουάριο του 1945. Το σχέδιο αυτό -με ορίζοντα ολοκλήρωσης το 1948 (!)- εντάσσεται στις ονειρώξεις των Wunderwaffen, που στην κατάσταση που ήταν τότε η ναζιστική Γερμανία δεν είχαν ελπίδες να υλοποιηθούν.

Η ιδέα του μητρικού σκάφους

Υπήρχαν ακόμη σχέδια για “βομβαρδιστικά-παράσιτα”, όπου ένα μεγάλο αεροσκάφος θα μετέφερε ένα μικρότερο μέχρι ένα σημείο του Ατλαντικού και θα το απελευθέρωνε για την τελική επίθεση. Σε ένα τέτοιο σενάριο, το Messerschmitt Me 264 ή το Junkers Ju 390 θα δρούσαν ως μητρικά για την εξαπόλυση μικρών αεροσκαφών, όπως το μονοθέσιο Me 328. Το τελευταίο ήταν ένα απλό σχέδιο που κινούσε ένας Jumo 004 ή δύο κινητήρες παλμικού αυλού Argus As 014 -όμοιοι με εκείνον που προωθούσε την ιπτάμενη βόμβα V-1. Ήδη, από τον Φεβρουάριο του 1942, το Me 328 είχε λάβει άδεια χρηματοδότησης από το υπουργείο Αεροπορίας για να αναπτυχθεί σε δύο εκδόσεις, την Me 328A ως καταδιωκτικό και την Me 328B ως βομβαρδιστικό με σαφώς περιορισμένες δυνατότητες. Το πρωτότυπα τοποθετήθηκαν για δοκιμή σε μητρικά βομβαρδιστικά (Heinkel He 277 και Junkers 388) με την προοπτική εξαπόλυσης σε αποστολές μακράς ακτίνας για παροχή τουλάχιστον λίγων λεπτών δράσης. Μετά ο πιλότος θα εκτελούσε αναγκαστική προσγείωση όπου ήταν δυνατό, όπου αντί για σκέλη προσγείωσης υπήρχαν πέδιλα στο κάτω μέρος της ατράκτου. Βασικός λόγος που το πρόγραμμα προχώρησε έστω και λίγο, ήταν το κόστος. Κατασκευασμένο από ξύλο με ελάχιστα ζωτικά τμήματα από μέταλλο, χωρίς οπλισμό, σύστημα προσγείωσης, το Me 328 είχε κόστος παραγωγής μόλις το 1/4 ενός καταδιωκτικού Bf 109 ή Focke Wulf Fw 190. Ακόμα κι έτσι, όμως, η ιδέα της εξαπόλυσης σμηνών μικρών αεροσκαφών που θα χτυπούσαν επιλεκτικά στόχους με ελαφρές βόμβες στο μητροπολιτικό έδαφος των ΗΠΑ, ήταν αφελής.

Το τέλος των ψευδαισθήσεων

Η πραγματικότητα του πολέμου όμως ήταν αμείλικτη. Από το τέλος του 1943 η Γερμανία αντιμετώπιζε τεράστιες ελλείψεις σε καύσιμα, πρώτες ύλες, κινητήρες και εξειδικευμένο προσωπικό, ενώ οι συμμαχικοί βομβαρδισμοί κατέστρεφαν συστηματικά τη βιομηχανική της υποδομή. Οι προτεραιότητες μετατοπίστηκαν αναγκαστικά στα μαχητικά αεροσκάφη και στην άμυνα της ίδιας της χώρας. Τα προγράμματα των μεγάλων βομβαρδιστικών περιορίστηκαν και τελικά εγκαταλείφθηκαν. Το 1944, τα σχέδια για το Amerikabomber παρέμεναν πλέον ως ευσεβείς πόθοι παρά σαν ρεαλιστικό πολεμικό πρόγραμμα. Ακόμη και αν ένα από τα αεροσκάφη είχε ολοκληρωθεί, η Γερμανία δεν μπορούσε να το  παράγει σε επαρκείς αριθμούς και να το υποστηρίξει επιχειρησιακά. Ενώ μία μικρή επιδρομή εναντίον αμερικανικής πόλης θα μπορούσε να έχει τεράστια προπαγανδιστική αξία, αλλά η επίδραση της στην αμερικανική πολεμική μηχανή θα ήταν μηδενική. Η μόνη περίπτωση στην οποία ένα Amerikabomber θα μπορούσε να αποκτήσει αξία θα ήταν εάν συνδυαζόταν με μια γερμανική ατομική βόμβα. Η ναζιστική Γερμανία διεξήγαγε πράγματι πυρηνικές έρευνες, όμως δεν κατάφερε να αναπτύξει όπλο. Η έλλειψη συντονισμού, οι περιορισμένοι πόροι, η φυγή ή δίωξη επιστημόνων και η τεράστια βιομηχανική κλίμακα που απαιτούσε η παραγωγή σχάσιμου υλικού, εμπόδισαν την επίτευξη ενός τέτοιου στόχου.

Επίλογος

Τελικά, η πορεία από το Uralbomber στο Amerikabomber αποτυπώνει μια χαρακτηριστική αντίφαση της ναζιστικής πολεμικής μηχανής. Η Γερμανία διέθετε εξαιρετικούς μηχανικούς και σημαντικές τεχνολογικές ικανότητες, αλλά δεν διέθετε τους πόρους για να μετατρέψει όλες τις ιδέες της σε επιχειρησιακά όπλα. Το Uralbomber εγκαταλείφθηκε όταν η Luftwaffe επέλεξε να δρα ως τακτική αεροπορία. Το Amerikabomber επανεμφανίστηκε όταν πλέον η ανάγκη για στρατηγική εμβέλεια ήταν μεγαλύτερη από ποτέ, αλλά η γερμανική οικονομία και στρατιωτική κατάσταση είχαν χειροτερέψει καθιστώντας αδύνατη την πραγματοποίησή του.

Most Popular