APACHE vs SUPER COBRA: Η «αγορά του αιώνα» στην Αεροπορία Στρατού

Μετά την πρώτη «αγορά του αιώνα», τη δεκαετία του ’80, που αφορούσε μαχητικά αεροσκάφη για την Πολεμική Αεροπορία, ακολούθησε μία ακόμα, που αφορούσε επιθετικά ελικόπτερα για την Αεροπορία Στρατού.
UH-1 του Ελληνικού Στρατού με έστορα τοποθέτησης πολυβόλου Μ-60 (C) ΓΕΣ
Δεν ήταν βέβαια ίδιου μεγέθους και αριθμών, ή και «αίγλης» αν προτιμάτε με την αντίστοιχη των μαχητικών αεροσκαφών, ωστόσο για τα τότε δεδομένα της Αεροπορίας Στρατού ήταν μία μείζονα προμήθεια που την έβαζε σε μία εντελώς νέα εποχή και της άνοιγε νέα δεδομένα.
Βλέπετε, μέχρι τότε ο Στρατός δεν είχε καθόλου επιθετικά ελικόπτερα και κατ’ επέκταση σχεδόν καμία ικανότητα παροχής εγγύς υποστήριξης στους επιχειρησιακούς σχηματισμούς του με δικά του οργανικά αερομέσα, με αποτέλεσμα για τον σκοπό αυτό να πρέπει να βασίζεται σε αεροσκάφη της Πολεμικής Αεροπορίας.
Τον καιρό εκείνο το επιθετικό ελικόπτερο ήταν ένα σχετικά νέο όπλο, χωρίς να έχει προλάβει να ξεδιπλώσει τις επιχειρησιακές του αρετές σε πολεμικές αναμετρήσεις μεγάλης κλίμακας, με μία χτυπητή εξαίρεση την επιχείρηση εξουδετέρωσης των κύριων ραντάρ αεράμυνας του Ιράκ τις πρώτες ώρες της επιχείρησης Καταιγίδα της Ερήμου το 1991.
Για τον λόγο αυτό, τα «καθαρόαιμα» επιθετικά ελικόπτερα, δηλαδή ελικόπτερα που εξαρχής σχεδιάστηκαν για τον σκοπό της ενεργούς εμπλοκής σε μάχες για την παροχή πυρών εγγύς υποστήριξης στις φίλιες δυνάμεις στο έδαφος  δεν ήταν πολλά ενώ ειδικά στον δυτικό κόσμο ήταν μόλις δυο, το AH-64A Apache της McDonnel Douglas και το AH-1Z Super Cobra της Bell.
Οι υπόλοιπες χώρες για παροχή πυρών εγγύς υποστήριξης κι ιδιαίτερα αντιαρματικές αποστολές αν κι ανέπτυσσαν δικά τους σχέδια, προς το παρόν τότε βασίζονταν κυρίως σε εγκατάσταση πυλώνων οπλισμού σε ήδη υπάρχοντα μεταφορικά ελικόπτερα ή ελαφρά ελικόπτερα αναγνώρισης.

Η τότε διαδικασία επιλογής κατέληξε τελικά στην προμήθεια 20 ελικοπτέρων ΑΗ-64, η άφιξη των οποίων άλλαξε τόσο πολύ τις ισορροπίες μέσα στον ΕΣ ώστε οδήγησε στην εξέλιξη της Αεροπορίας Στρατού σε ανεξάρτητο όπλο (υποστήριξης μάχης) εντός του κλάδου του ΕΣ. Επρόκειτο για μία κοσμογονία κυριολεκτικά, αφού από εκεί που η ΑΣ δεν είχε ούτε ένα επιθετικό ή οπλισμένο ελικόπτερο, βρέθηκε να κάνει «πρωταθλητισμό» επιχειρώντας με το κορυφαίο στον κόσμο τότε (πιθανόν και σήμερα) επιθετικό ελικόπτερο.

Ειρήσθω εν παρόδω ότι τα συγκεκριμένα ελικόπτερα με το «καλημέρα» με την άφιξή τους έπεσαν κατ’ ευθείαν στην φωτιά, καλούμενα να συμμετάσχουν εσπευσμένα στις επιχειρήσεις κατά την κρίση των Ιμίων τον Ιανουάριο του 1996.
Μάλιστα τότε δεν υπήρχε ακόμα ούτε ένας χειριστής πιστοποιημένος στην χρήση αντιαρματικών πυραύλων AGM-114 Hellfire, αφού δεν είχε προλάβει να οργανωθεί ακόμα ούτε μία εκπαιδευτική άσκηση με πραγματικά πυρά.
Για τον σκοπό αυτό λοιπόν οργανώθηκε «με την μέθοδο του κατεπείγοντος» εκπαιδευτική βολή όπου κάποια πληρώματα έριξαν κάποιους πύραυλους που βγήκαν από τις συσκευασίες τους ειδικά για αυτόν τον λόγο. Στην συνέχεια απογειώθηκαν άμεσα για τα Δωδεκάνησα χωρίς καμία χρονοτριβή, αν και τελικά δεν κλήθηκαν να πολεμήσουν…
Με την αφορμή της συζήτησης περί «αγορών του αιώνα» εν γένει, αναδημοσιεύουμε την παρουσίασή της αναλυτικής σύγκρισης των δυο υποψήφιων ελικοπτέρων, όπως δημοσιεύθηκε στο τεύχος 84 της Π & Δ που κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 1991.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
H αγορά επιθετικών/εξοπλισμένων ελικοπτέρων από τον Ελληνικό Στρατό πήρε απροσδόκητη εξέλιξη τον περασμένο μήνα μετά τις πληροφορίες για επικείμενη προμήθεια 12 ελικοπτέρων McDonnell Douglas AH-64A Apache. Απροσδόκητη εξέλιξη, μετά την πορεία που είχε το θέμα τα τελευταία χρόνια αλλά και διότι η επιλογή αποτελεί μια σημαντική επένδυση από άποψη κόστους. Υπάρχουν όμως εναλλακτικές λύσεις και πώς διαμορφώνεται η κατάσταση την παραμονή μιάς τόσο σημαντικής αγοράς για τη χώρα μας;
Των Φαίδωνα Καραϊωσηφίδη και Σάββα Βλάσση
H ανάγκη να αποκτήσει ο Ελληνικός Στρατός το δικό του ιπτάμενο επιθετικό σκέλος ξεφεύγει από το σκοπό της παρούσας ανάλυσης και λαμβάνεται σαν δεδομένη στη συνέχεια. Θα υπενθυμίσουμε ότι η αγορά επιθετικών ελικοπτέρων από τον Ελληνικό Στρατό εκκρεμεί από τις αρχές σχεδόν της προηγούμενης δεκαετίας, όταν η χώρα μας είχε εκφράσει επίσημα την πρόθεση αγοράς AH-1 ή AH-64A (με απ’ ευθείας αγορά), ακολουθώντας ανάλογο τουρκικό αίτημα. ‘Οπως είναι γνωστό πλέον, καμία σχετική παραγγελία, από τις δύο χώρες, δεν υλοποιήθηκε τελικά. Αργότερα, πιθανότατα εξερευνήθηκε και από τις δύο πλευρές η δυνατότητα παραχώρησης ελικοπτέρων της κατηγορίας αυτής στα πλαίσια της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας προς τις δύο χώρες χωρίς όμως συνέχεια. Σημαντικός σταθμός στη διαδικασία επιλογής για την Ελλάδα υπήρξε η ένταξη της αγοράς 25 εξοπλισμένων ελικοπτέρων στο τελευταίο εξοπλιστικό πρόγραμμα των Ενόπλων Δυνάμεων που εκπονήθηκε το 1988. Είναι χαρακτηριστική η στροφή που υπήρξε στο σημείο αυτό αφού οι προδιαγραφές υπαγόρευαν πλέον ένα ελικόπτερο με μέγιστο βάρος απογείωσης 2,5 τόννους κάτι που φυσικά απέκλειε τους εξειδικευμένους επιθετικούς τύπους. ‘Ηταν φανερό ότι το ενδιαφέρον εστρέφετο πλέον στα ελαφρά εξοπλισμένα ελικόπτερα της κατηγορίας MDD 520/530, A109 κ.α. H Τουρκία στο μεταξύ προχώρησε τελικά πέρυσι στην προμήθεια πέντε ελικοπτέρων Bell AH-1W που έχουν ήδη παραδοθεί, χρησιμοποιήθηκαν δε στις πρόσφατες επιχειρήσεις του Τουρκικού Στρατού στο βόρειο Ιράκ.
H σημαντική εξέλιξη που ακολούθησε έκτοτε και αποτέλεσε πιθανότατα τον άξονα της πρόσφατης ελληνικής απόφασης είναι η υπογραφή της συμφωνίας περιορισμού συμβατικών όπλων στην Ευρώπη (CFE). Σύμφωνα με τα όρια που επιβάλλει, η Ελλάδα και η Τουρκία μπορούν να διατηρούν σε υπηρεσία μόνον 18 και 42 επιθετικά ελικόπτερα αντίστοιχα. H συνθήκη επιτρέπει βέβαια και τη διατήρηση επιπλέον αριθμού εξοπλισμένων ελικοπτέρων αλλά με βάση τους σημαντικούς περιορισμούς που εμπεριέχονται στο χαρακτηρισμό ενός τύπου σαν εξοπλισμένο ελικόπτερο, δεν είναι δυνατόν αυτά να ληφθούν υπ’ όψη στην παρούσα ανάλυση. Οι ελληνικές ανάγκες, εκτός από τις παραδοσιακές αποστολές που έχουν αναπτυχθεί στα πλαίσια του δόγματος χρήσης των επιθετικών ελικοπτέρων σε άλλες χώρες, όπως ο αντιαρματικός αγώνας, η εγγύς υποστήριξη, η συνοδεία μεταγωγικών ελικοπτέρων, η επιθετική αναγνώριση κ.α. περιλαμβάνουν ακόμη μερικές μοναδικές απαιτήσεις από τον τύπο του ελικοπτέρου που θα επιλεγεί. H απόκρουση αποβατικών/αεροαποβατικών επιχειρήσεων είναι ίσως η κυριότερη από αυτές. Με δεδομένο όμως τον αριθμητικό περιορισμό που προαναφέραμε ανατράπηκε ριζικά και το σκεπτικό με το οποίο εξετάζετο μέχρι τώρα η σχετική προμήθεια. Με άλλα λόγια, το ένα μόνον τάγμα που μπορεί να συσταθεί, με τη σημερινή διάρθρωση της Αεροπορίας Στρατού δεν μπορεί να αναλωθεί σε όλο το φάσμα των παραπάνω αποστολών αλλά υποχρεωτικά θα επικεντρωθεί στις σημαντικότερες από αυτές. Με την αποδοχή του αντιαρματικού αγώνα σαν τη δυσκολότερη πρόκληση που αντιμετωπίζει σήμερα το επιθετικό ελικόπτερο τίθεται ήδη το γενικό πλαίσιο για την κατηγορία των τύπων προς επιλογή. Μερικές από τις υπόλοιπες αποστολές αναγκαστικά θα παραμείνουν στην ευθύνη της Πολεμικής Αεροπορίας ενώ άλλες θα καλυφθούν με άλλα μέσα.
Υπάρχουν όμως και δύο άλλες παράμετροι που περιορίζουν ακόμη περισσότερο το πλαίσιο της επιλογής. O ένας αφορά την όλο και αυξανόμενη ικανότητα του αντιπάλου να επιχειρεί και να μάχεται τη νύκτα. O τουρκικός στρατός έχει επιμελώς αναπτύξει αυτήν τη δυνατότητα εξοπλίζοντας ιδιαίτερα το αρματικό του δυναμικό με συσκευές νυκτερινής όρασης τρίτης γενιάς. Το δεύτερο και σημαντικότερο είναι ότι οι ουρανοί πάνω από το πιθανό αυριανό πεδίο μάχης στην περιοχή θα είναι εξαιρετικά επικίνδυνοι με την εισαγωγή σε υπηρεσία εξελιγμένων αντιαεροπορικών συστημάτων, πυραυλικών και μη. Οι συνθήκες αναμένεται να γίνουν ακόμη πιό απαιτητικές στο μέλλον και οποιαδήποτε προμήθεια θα πρέπει να γίνει υπό το πρίσμα όχι μόνον των σημερινών αλλά κυρίως των μελλοντικών απειλών. Από τα παραπάνω και με δεδομένο το μικρό, εκ συνθήκης αριθμό που μπορεί να αναπτυχθεί, είναι φανερό ότι ο Ελληνικός Στρατός περιορίζεται στις επιλογές του σε ένα προηγμένο ελικόπτερο ικανό να διεξάγει αντιαρματικό αγώνα -οι περισσότερες από τις άλλες αποστολές καλύπτονται αυτόματα- σε εικοσιτετράωρη βάση και οποιεσδήποτε καιρικές συνθήκες, ενώ ενσωματώνει αυξημένη παθητική και ενεργητική επιβιωσιμότητα. Είναι γνωστό ότι υπήρξαν και πάλι πρόσφατα προσπάθειες από ελληνικής πλευράς να παραχωρηθούν από τις ΗΠΑ μεταχειρισμένα επιθετικά ελικόπτερα αλλά οι ανάγκες που δημιούργησε η πρόσφατη σύρραξη στον Κόλπο έκανε το υλικό αυτό “κρίσιμο και σε ανεπάρκεια” στις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις. ‘Ετσι δρομολογήθηκε πλεόν η αγορά δεδομένου ότι η αξιολόγηση είχε γίνει στο παρελθόν σε διάφορα επίπεδα. H στενότητα των αμυντικών προϋπολογισμών των τελευταίων χρόνων επέβαλε εκ των πραγμάτων τον προσανατολισμό της προμήθειας μέσω των αμερικανικών κονδυλίων FMS αποκλείοντας έτσι το μικρό ευρωπαϊκό ανταγωνισμό.
H επιλογή ήταν τελικά περιορισμένη σε δύο τύπους, το Bell AH-1W και το McDonnell Douglas AH-64A.
H ΠΤΗΣΗ έχει παρουσιάσει με εκτεταμένη αρθρογραφία και τους δύο τύπους (AH-1 τεύχος 68, AH-64 τεύχος 78). ‘Ετσι τα παρακάτω είναι μιά προσπάθεια σύγκρισης των δύο “μονομάχων” και ερμηνείας της απόφασης υπό το πρίσμα των ελληνικών αναγκών. Θα πρέπει όμως να ξεκινήσουμε λίγο ενωρίτερα. H ιστορία του επιθετικού ελικοπτερου ξεκινά ουσιαστικά από την αμερικανική εμπλοκή στη Νοτιοανατολική Ασία. Εξοπλισμένα μεταφορικά ελικόπτερα χρησιμοποιήθηκαν σε αποστολές εγγύς υποστήριξης, αναγνώρισης, έρευνας και καταστροφής, συνοδείας άλλων ελικοπτέρων κ.α. από την αρχή της δεκαετίας του _60. Το πρώτο εξ αρχής σχεδιασμένο επιθετικό ελικόπτερο στη μορφή του AH-1 εμφανίστηκε στο Βιετνάμ τον Αύγουστο του 1967. O Αμερικανικός Στρατός, αν και ενθουσιώδης υποστηρικτής της ιδέας του επιθετικού ελικοπτέρου, διατηρούσε σοβαρές αμφιβολίες εάν μιά τέτοια μηχανή μπορούσε να επιζήσει σε ένα πιθανό πεδίο μάχης στην κεντρική Ευρώπη. Απαιτούσε υψηλότερες ταχύτητες και δυνατότητα ελιγμών σε ένα σκάφος που θα πετούσε στο επίπεδο των κορυφών των δένδρων εκτελώντας κυρίως αποστολές εγγύς υποστήριξης. Οι προδιαγραφές αυτές γέννησαν το AH-56A Cheyenne ικανό για πτήσεις με ταχύτητες έως 220 κόμβους. H εξάπλωση όμως της χρήσης φορητών αντιαεροπορικών πυραύλων όπως οι SA-7 και η ενίσχυση γενικότερα της αντιαεροπορικής άμυνας των δυνάμεων του Συμφώνου της Βαρσοβίας σήμαναν και το τέλος του προγράμματος AH-56. Το μελλοντικό επιθετικό ελικόπτερο θα έπρεπε να πετά ανάμεσα και όχι πάνω από τα δένδρα. H ταχύτητα δεν αποτελούσε πλέον σημαντικό στοιχείο, αντίθετα θα έπρεπε να υπάρχει η δυνατότητα διεξαγωγής αγώνα σε όλη τη διάρκεια του 24ώρου. Δέκα χρόνια αργότερα ο Αμερικανικός Στρατός παρελάμβανε τα πρώτα AH-64. H οικογένεια όμως των AH-1 Κόμπρα δεν έπαψε να αναβαθμίζεται ξεκινώντας με την ενσωμάτωση των πυραύλων TOW και φτάνοντας σήμερα στο AH-1W Σούπερ Κόμπρα. H σύγκριση ουσιαστικά των δύο τύπων δεν είναι δυνατή, ούτε και δίκαιη αφού τα ελικόπτερα αυτά όχι μόνον ανήκουν σε διαφορετική γενιά, κάτι που έχει αντίκτυπο στις ικανότητές τους αλλά επιπλέον εξελίχθηκαν ώστε να φέρουν σε πέρας διαφορετικό έργο.
H εξελικτική πορεία του Κόμπρα είχε φτάσει ουσιαστικά στο tέρμα της στο μέσον της προηγούμενης δεκαετίας με την αναβάθμιση στα μοντέλα AH-1S και -1T. O τύπος ανήκε στο παρελθόν για τον Αμερικανικό Στρατό που αγόραζε πλέον το Απάτσι σε μεγάλους αριθμούς και η Μπελ ετοιμαζόταν να κλείσει τη γραμμή παραγωγής μετά την κάλυψη ορισμένων παραγγελιών από τρίτες χώρες. Ατυχήματα όμως είχαν εξασθενίσει σημαντικά το στόλο των επιθετικών ελικοπτέρων του Σώματος των Αμερικανών Πεζοναυτών που στις αρχές του 1982 επιθυμούσε την αναπλήρωση των απωλειών με την αγορά επιπλέον AH-1T. Την εποχή αυτή υπήρξε η πρόταση προς το Σώμα της υιοθέτησης μιάς έκδοσης του Απάτσι, προσαρμοσμένης στις ανάγκες των Πεζοναυτών που θα αντικαθιστούσε στο σύνολό τους τα AH-1T. H έλλειψη όμως κονδυλίων για την ανάπτυξη και αγορά του ελικοπτέρου και η σθεναρή αντίδραση του Ναυτικού -που διαχειρίζεται τις αγορές των Πεζοναυτών- να υιοθετήσει ένα πρόγραμμα του Στρατού στα πλαίσια της χρόνιας διαμάχης των κλάδων των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων στο διαμοιρασμό των κονδυλίων του προϋπολογισμού, τερμάτισαν το πρόγραμμα ακόμη και όταν η κατασκευάστρια εταιρία δέχθηκε να δαπανήσει δικά της κεφάλαια για την ανάπτυξη. H “δυστοκία” να ευρεθούν τα παραίτητα χρήματα ξεπεράστηκε με την πρόταση να αγοραστούν βελτιωμένα AH-1T+ που τώρα έφεραν τον κατά πολύ ισχυρότερο κινητήρα των Απάτσι και Μπλάκχοκ T700, μιά παλαιά ιδέα της Μπελ, κάτι που έδινε στους Πεζοναύτες εκτός των άλλων μερική ομοιογένεια υλικού.
Σημαντική επιρροή στην απόφαση αγοράς εξάσκησε ο εκ του Ναυτικού προερχόμενος τότε Αμερικανός υφυπουργός Λέιμαν. Από το “νέο” ελικόπτερο που ονομάστηκε τελικά AH-1W αγοράστηκαν 44 με κόστος $15,2 εκατ. το ένα ($7,1 εκατ. Χωρίς το κόστος έρευνας και ανάπτυξης). Αργότερα η Μπελ μετασκεύασε και τα υπόλοιπα AH-1T των Πεζοναυτών στο επίπεδο -1W, ενώ τον Αύγουστο του 1988 παραγγέλθηκαν 30 ακόμη καινούργια AH-1W. O νέος κινητήρας με εγκατεστημένη ισχύ κατά 65% μεγαλύτερη από κάθε τι προηγούμενο βελτίωνε επιτέλους μία από τις σημαντικότερες αδυναμίες των Κόμπρα: τις μέτριες επιδόσεις και τη μικρή μεταφορική ικανότητα σε συνθήκες υψηλής θερμοκρασίας και μεγάλου υψομέτρου. Το AH-1T με εξωτερική θερμοκρασία 28 βαθμών Κελσίου μπορούσε να μεταφέρει στην επιφάνεια της θάλασσας μόλις 450 κιλά φορτίου, ενώ σε μεγαλύτερα υψόμετρα αυτό δεν ξεπερνούσε τα 100 κιλά (λιγότερο δηλαδή από τα πυρομαχικά του πυροβόλου). Το κατά πολύ όπως υψηλότερο κόστος του -1W δεν φαίνεται να έπειθε τους υποψήφιους αγοραστές ότι συμβάδιζε με τις αυξημένες δυνατότητες. Είναι χαρακτηριστικό ότι τουλάχιστον δύο χώρες προτίμησαν την αγορά των παλαιοτέρων AH-1S την περίοδο αυτή παρά την ύπαρξη του AH-1W, ενώ το ελικόπτερο προσφέρθηκε και στο Ισραήλ, ήδη χρήστη του τύπου που όμως όπως θα δούμε παρακάτω στράφηκε προς το Απάτσι. Μια ακόμη πιό βελτιωμένη έκδοση (τετράφυλλο στροφείο και το σκοπευτικό του Απάτσι) προσφέρθηκε στην τότε Δ. Γερμανία σαν εναλλακτική λύση στο πρόγραμμα PAH-2 αλλά δεν υιοθετήθηκε. H αγορά των 5 AH-1W από την Τουρκία πέρυσι αποτέλεσε έκπληξη. H γειτονική μας χώρα όμως, σύμφωνα με πληροφορίες τουρκικών πηγών στην περυσινή αεροπορική έκθεση του Φάρνμπορο προτίμησε τα Σούπερ Κόμπρα με μοναδικό ίσως κριτήριο ότι αυτά ήταν ετοιμοπαράδοτα (παραδόθηκαν όλα σε τέσσερις περίπου μήνες από την παραγγελία) για την κάλυψη επιτακτικών αναγκών υποστήριξης της Στρατοχωροφυλακής στις επιχειρήσεις εναντίον των Κούρδων ανταρτών, ένας ρόλος πολύ λιγότερο απαιτητικός από αυτόν που πιθανόν να κληθούν να παίξουν σε τακτικό ρόλο στο πεδίο της μάχης.
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΣΧΕΔΙΑΣΗΣ
Τόσο το AH-64A όσο και το AH-1W είναι θεωρητικά ικανά να φέρουν σε πέρας ποικιλία αποστολών ανάμεσα στις οποίες αντιαρματικές, εγγύς υποστήριξης, συνοδείας, επιθετικής αναγνώρισης και τελευταία και προσβολής άλλων εξοπλισμένων ελικοπτέρων πάνω από το πεδίο της μάχης. Υπάρχει όμως μιά ουσιαστική διαφορά στην ικανότητα των δύο αεροσκαφών να διεξάγουν τις αποστολές αυτές και φυσικά δεν πρέπει να λησμονούμε ότι το Απάτσι εξελίχθηκε με την εμπειρία του Κόμπρα και προσπάθησε, επιτυχημένα να λύσει τις αδυναμίες του προκατόχου του. H βασική φιλοσοφία σχεδίασης είναι η ίδια και στα δύο ελικόπτερα. H άτρακτος χωρίζεται σε τρία κυρίως τμήματα: το εμπρός που περιλαμβάνει το συγκρότημα των αισθητήρων και τους χειριστές τον ένα πίσω από τον άλλο. Πιό πίσω βρίσκεται τοποθετημένος ο κινητήρας, το κιβώτιο μετάδοσης της κίνησης και το στροφείο, ενώ η άτρακτος καταλήγει με το ουραίο τμήμα που φιλοξενεί αρκετά από τα υποσυστήματα του αεροσκάφους. H σχεδιαστική γραμμή του Σούπερ Κόμπρα δίνει έμφαση στην ανάπτυξη υψηλών ταχυτήτων, βασική απαίτηση στη σχεδίαση του αρχικού Κόμπρα. Το σύγχρονο όμως δόγμα χρήσης των επιθετικών ελικοπτέρων δίνει όλο και λιγότερο βάρος στις επιδόσεις, ενώ τονίζει την εκμετάλλευση των ανωμαλιών του εδάφους για κάλυψη και αντοχή σε πλήγματα, τομείς όπου το Απάτσι υπερτερεί σημαντικά του ανταγωνιστή του.
ΠΡΟΩΣΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ-ΚΥΡΙΟ ΣΤΡΟΦΕΙΟ
H εγκατάσταση του συγκροτήματος κινητήρων του Απάτσι στην ελαφρότερη άτρακτο του AH-1W έδωσε στο Σούπερ Κόμπρα εντυπωσιακές επιδόσεις συμπεριλαμβανομένης της ταχύτητας ταξιδίου, του ρυθμού ανόδου και της οροφής σε αιώρηση έξω από την επίδραση του εδάφους ή με έναν μόνον κινητήρα. Οι δυνατότητες όμως των δύο τύπων στον τομέα των επιδόσεων είναι περίπου οι ίδιες. Τώρα όμως το Σούπερ Κόμπρα μπορούσε να μεταφέρει για πρώτη φορά το πλήρες φορτίο των 8 πυραύλων TOW με όλες τις θερμοκρασιακές συνθήκες. Οι νέοι κινητήρες μείωσαν την κατανάλωση και τις ανάγκες συντήρησης, ενώ η αξιοπιστία ανέβηκε κατακόρυφα και υπολογίζεται ότι είναι σήμερα 5-6 φορές μεγαλύτερη από το παρελθόν, πλεονεκτήματα ήδη ενσωματωμένα στο AH-64A που σχεδιάστηκε εξ αρχής γύρω από τους κινητήρες T700. Το τετράφυλλο κύριο στροφείο του Απάτσι υιοθετήθηκε με στόχο τη μεγαλύτερη ευελιξία και το χαμηλό ίχνος θορύβου. Ανάλογη είναι και η περίπτωση του επίσης τετράφυλλου αντισταθμιστικού ουραίου στροφείου. Το πρόβλημα του υψηλού ακουστικού ίχνους ακολουθεί τα Κόμπρα από τη γέννησή τους, κληρονομιά των χαρακτηριστικών του δίφυλλου στροφείου των UH-1. H Μπελ προσπάθησε να λύσει το πρόβλημα με την ενσωμάτωση ενός νέου τετράφυλλου στροφείου από το μεταγωγικό 412, λύση όμως που τελικά δεν υιοθετήθηκε. Το συγκρότημα μετάδοσης της κίνησης και του στροφείου αποτέλεσε πηγή προβλημάτων και για τα δύο σκάφη. Αυτά του Απάτσι είχαν κυρίως σχέση με τη μακροζωία ορισμένων επιμέρους τμημάτων. Το AH-1W όπως και οι πρόγονοί του της οικογένειας UH-1 και AH-1 αντιμετωπίζουν το πρόβλημα της πρόσκουσης του ιστού του κυρίως στροφείου με το κάτω μέρος της άρθρωσης του στροφείου κατά τη διάρκεια απότομων ελιγμών. O Αμερικανικός Στρατός έχει επισημάνει αρκετές δεκάδες ατυχημάτων που έχουν σαν αίτιο το πρόβλημα αυτό, αλλά αρνήθηκε να πληρώσει για τις αναγκαίες τροποποιήσεις. H Μπελ υποστηρίζει ότι έχει ενσωματώσει τις μετατροπές σε όλα τα νέα ελικόπτερα αλλά λόγω σχεδίασης του στροφείου το AH-1W περιορίζεται σε ελιγμούς με θετικές μόνον επιταχύνσεις μέχρι +0,5g. Αντίθετα το Απάτσι με το πλήρως αρθρωμένο στροφείο μπορεί να ελίσσεται έως και με -0,5g. Αυτό του επιτρέπει να εκτελεί πλήρως πτήση που ακολουθεί τις ανωμαλίες του εδάφους (nap of the earth) και να μειώνει σημαντικά τους χρόνους έκθεσης στο εχθρικό πυρ κατά τη διάβαση εμποδίων. Ανάλογη είναι και η περίπτωση των ελιγμών βολής (pop up manouver).
ΑΙΣΘΗΤΗΡΕΣ-ΣΥΣΤΗΜΑ ΜΑΧΗΣ
O ηλεκτροοπτικός εξοπλισμός είναι ουσιαστικά αυτός που διαφοροποιεί τις ικανότητες των δύο ελικοπτέρων. Τοποθετημένο στο ρύγχος το ολοκληρωμένο συγκρότημα TADS/PNVS επιτρέπει στο AH-64A να επιχειρεί και να μάχεται με την ίδια σχεδόν αποτελεσματικότητα ημέρα και νύκτα και με όλες τις καιρικές συνθήκες. Θεωρείται δε ότι είναι το πλέον προηγμένο ηλεκτροοπτικό σύστημα που έχει ποτέ τοποθετηθεί σε αεροσκάφος ευρείας παραγωγής. Πλήρως σταθεροποιημένο σε δύο άξονες, αποτελείται ουσιαστικά από δύο συστήματα που λειτουργούν ανεξάρτητα αν και τα δύο μέλη του πληρώματος έχουν πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες, κάθε στιγμή. O περιστρεφόμενος πύργος του TADS (Target Acquisition Designation System) χρησιμοποιείται από το συγκυβερνήτη/χειριστή οπλικών συστημάτων (ΧΟΣ) και επιτρέπει την πρόσκτηση και στη συνέχεια αυτόματη (μέσω ιχνηλάτησης ειδώλου -image autotracker) ή χειροκίνητη ιχνηλάτηση, αποστασιομέτρηση και κατάδειξη των στόχων και τέλος βολή των όπλων. H απόσταση που είναι δυνατή η πρόσκτηση στόχων τη νύκτα παραμένει απόρρητη αλλά στρατιωτικοί αναλυτές πιστεύουν ότι εφόσον το Απάτσι σχεδιάστηκε ώστε να πλήττει τεθωρακισμένους στόχους από μεγάλες αποστάσεις, έξω από τη μέγιστη ακτίνα δράσης των σοβιετικών αντιαεροπορικών ZSU-23 θα πρέπει να ξεπερνά αρκετά τα 3 χλμ. Ανάμεσα στους αισθητήρες περιλαμβάνονται: Μία τηλεοπτική κάμερα ημέρας με στενό (0,9 μοίρες) και ευρύ (4 μοίρες) οπτικό πεδίο που τροφοδοτεί μία οθόνη στον πίνακα οργάνων του συγκυβερνήτη/Χειριστή Οπλικών Συστημάτων (ΧΟΣ). Ένα σύστημα FLIR (με οπτικό πεδίο 50, 10.3 και 3.1 μοίρες) που αποτελεί και το κύριο όργανο πρόσκτησης στόχων και σκόπευσης τη νύκτα. Είναι επίσης και το εφεδρικό σύστημα νυκτερινής πτήσης για τον πιλότο. Οπτικά απ’ ευθείας παρατήρησης με πεδίο 18 (μεγέθυνση X3,5) και 4 (μεγέθυνση X16).
Έναν ανιχνευτή ακτινοβολίας λέιζερ για την επισήμανση στόχων που ακτινοβολούνται με άλλα φίλια συστήματα λέιζερ. Έναν καταδείκτη/αποστασιόμετρο λέιζερ για την καθοδήγηση των πυραύλων Χελφάιρ αλλά και την αποστασιομέτρηση στόχων που βάλλονται με ρουκέτες ή βολές πυροβόλου. Το επίσης περιστρεφόμενο PNVS (Pilot Night Vision System) είναι το δεύτερο σύστημα FLIR που φέρει το AH-64A. Με οπτικό πεδίο 30×40 μοίρες επιτρέπει την πτήση τη νύκτα χωρίς υψομετρικούς ή περιορισμούς ταχύτητας. Το τρίτο μέρος του ηλεκτροοπτικού εξοπλισμού του Απάτσι είναι το προβολικό σύστημα παροχής στοιχείων/σκόπευσης προσαρμοσμένο στα κράνη των χειριστών, IHADSS (Integrated Helmet and Display Sighting System). Επιτρέπει κατ’ αρχήν τη μετακίνηση των αισθητήρων και του πυροβόλου ώστε να παρακολουθούν την περιστροφή της κεφαλής των μελών του πληρώματος μειώνοντας σημαντικά το φόρτο εργασίας των χειριστών. Είναι ο κυρίως σύνδεσμος ανάμεσα στον πιλότο και το PNVS προβάλλοντας στη θέα του την απεικόνιση του FLIR και στοιχεία ναυτιλίας/δεδομένων πτήσης. ‘Ετσι ο πιλότος πετά χωρίς να αποσπά το βλέμμα του από το περιβάλλον ακόμη και σε απόλυτο σκοτάδι. O ΧΟΣ είναι επίσης εφοδιασμένος με IHADSS. ‘Ετσι το ένα μέλος του πληρώματος μπορεί να “καταδείξει” στο άλλο ένα στόχο χωρίς προφορική επικοινωνία. Στην περίπτωση του Απάτσι η διάκριση μεταξύ πιλότου και χειριστού οπλικών συστημάτων (ΧΟΠ) είναι δυσκολότερη από οποιοδήποτε άλλο επιθετικό ελικόπτερο αφού και τα δύο μέλη του πληρώματος έχουν την ίδια περίπου εκπαίδευση και η διαμόρφωση και ο εξοπλισμός του κόκπιτ κανει τους ρόλους τους εναλλάξιμους ανά πάσα στιγμή, κάτι που ενισχύει σημαντικά την επιχειρησιακή ευελιξία του AH-64.
Αντίθετα στο Σούπερ Κόμπρα ο διαχωρισμός είναι σαφής αν και υπάρχει η δυνατότητα υποκατάστασης του ΧΟΠ από τον πιλότο και το αντίθετο σε καταστάσεις ανάγκης. Το σύστημα σκόπευσης του AH-1W είναι ουσιαστικό το ίδιο με αυτό του AH-1F, τον πρόδρομο όλων των εξελιγμένων μοντέλων του Κόμπρα (-1S και παραγώγων, -1T) και βασίζεται στο πλήρως σταθεροποιημένο τηλεσκοπικό σκοπευτικό ημέρας TSU (Telescopic Sight Unit) που ενσωματώνει επίσης τη δυνατότητα κατεύθυνσης πυραύλων TOW με το σύστημα M65. Αποτελείται από οπτικά απ’ ευθείας θέας με ευρύ (30 μοιρών – μεγέθυνση X2) και στενό (4.6 μοιρών – μεγέθυνση X13) οπτικό πεδίο. H ιχνηλάτηση του στόχου γίνεται χειροκίνητα. Τα δύο μέλη του πληρώματος είναι εφοδιασμένα με απλό σκοπευτικό κράνους και σύστημα HSS (Helmet Sight Subsystem). Το σύστημα είναι ανάλογο με αυτό του Απάτσι αλλά ενώ το τελευταίο είναι ουσιαστικά ένα HUD, ο εξοπλισμός του AH-1W είναι πολύ απλούστερος και λιγότερο ικανός. To σκοπευτικό παρουσιάζει ένα σταυρόνημα εστιασμένο στο στόχο, ενώ το HSS μετακινεί τον πυργίσκο του TSU και το πυροβόλο σύγχρονα με την κίνηση της κεφαλής των χειριστών επιτρέποντας έτσι τη βολή εκτός άξονα πτήσης και μειώνοντας το φόρτο εργασίας του πληρώματος. Το Σούπερ Κόμπρα, ακολουθώντας την επιτυχημένη συνταγή του AH-1F υιοθέτησε ένα σταθερό HUD που προβάλλει στοιχεία στη θέα του πιλότου επιτρέποντάς του να πετά χωρίς να αποσπά το βλέμμα του από το περιβάλλον. Το σύστημα όμως του Απάτσι παραμένει τόσο στη θεωρία όσο και στην πράξη πολύ πιό πρακτικό, ευέλικτο και αποτελεσματικό. Το AH-1S σε κάποιο στάδιο αναβάθμισης απέκτησε περιορισμένη ικανότητα μάχης τη νύκτα με τις μετασκευές FACTS (Flir Augmented Cobra Tow Sight). Στην περίπτωση αυτή, στο σκοπευτικό ενσωματώθηκε ο εξοπλισμός Flir από το αντίστοιχο ηλεκτροοπτικό σύστημα του άρματος μάχης M1. Το νέο TSU επιτρέπει την πρόσκτηση και ιχνηλάτηση στόχων τη νύκτα, όσο και τη βολή TOW. Οι αποστάσεις όμως που μπορεί να γίνει αυτό όσο και οι ικανότητες διάκρισης στόχων απέχουν σημαντικά από αυτές του Απάτσι. Λόγω δε στενού οπτικού πεδίου δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν βοήθημα για νυκτερινή πτήση, ούτε φυσικά είναι συμβατό με το σκοπευτικό κράνους. Είναι αρκετά περίεργο αλλά οι Πεζοναύτες δεν ακολούθησαν με τα AH-1T, αλλά ούτε και με τα AH-1W την εξελικτική πορεία των -1S. ‘Ετσι, το Σούπερ Κόμπρα παραμένει μέχρι σήμερα το μοναδικό αεροσκάφος στη δύναμη του Σώματος χωρίς την ικανότητα μάχης τη νύκτα. Οι Πεζοναύτες με την επιχειρησιακή ευελιξία που τους διακρίνει υιοθέτησαν μιά ενδιάμεση λύση. Για πτήση στο σκοτάδι, το πλήρωμα είναι εφοδιασμένο με ατομικές διόπτρες νυκτερινής παρατήρησης (night vision goggles) τρίτης γενιάς, τύπου AN/PVS-6 που παρέχουν μια τρισδιάστατη απεικόνιση του περιβάλλοντος ακόμη και σε απόλυτο σκοτάδι. Οι διόπτρες αυτές είναι απόλυτα συμβατές με το φωτισμό στο κόκπιτ και το HUD του πιλότου. H απόδοσή τους στις επιχειρήσεις στον Κόλπο, σύμφωνα με αναφορές ήταν πολύ ικανοποιητική. Πρέπει όμως να τονιστεί ότι ακόμη και στο σχεδόν επίπεδο έδαφος της σαουδαραβικής ερήμου οι πτήσεις πολύ κοντά στο έδαφος (στα 50 πόδια) περιοριζόντουσαν σε ταχύτητες 40 κόμβων χωρίς απότομες αλλαγές κατεύθυνσης και εκτελούντο με τη βοήθεια δεκτών του δορυφορικού συστήματος ναυτιλίας GPS (διαθέσιμο μόνον στις Αμερικανικές ‘Ενοπλες Δυνάμεις). H παρουσία όμως ισχυρών πηγών φωτός (εκρήξεων, εκτοξεύσεων ή λάμψεων) στο πεδίο της μάχης επηρεάζουν την απόδοση των ατομικών διοπτρών, ένα πρόβλημα που δεν έχει ακόμη λυθεί. Ακόμη, οι διόπτρες όπως είναι εύκολα κατανοητό είναι ακατάλληλες για τη σκόπευση. Εδώ χρησιμοποιείται πάντα το σκοπευτικό ημέρας TSU/M65, ενώ οι στόχοι φωτίζονται με φωτιστικές βόμβες ή φωτοβολίδες μιά τακτική βέβαια που δεν έχει καμία σχέση με το σύγχρονο δόγμα του νυκτερινού πολέμου. Τα AH-1T/W δεν διαθέτουν ούτε και τη μετατροπή LAAT (Laser Augmented Airborn Tow) των AH-1S που επιτρέπει τη χρήση του TOW στο μέγιστο βεληνεκές του πυραύλου και την ακριβέστερη βολή του πυροβόλου και των ρουκετών. Το σύστημα LAAT δεν έχει τη δυνατότητα κατάδειξης στόχων με λέιζερ άρα δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε συνεργασία με τους πυραύλους Χελφάιρ. Το Σούπερ Κόμπρα παραμένει ένας απλός φορέας των AGM-114 και χρειάζεται εξωτερική βοήθεια για την κατεύθυνσή τους. Οι Αμερικανοί Πεζοναύτες, ο κύριος χρήστης του Σούπερ Κόμπρα αναγνώρισαν έγκαιρα την αδυναμία του ελικοπτέρου να επιχειρεί τη νύκτα. ‘Ηδη από το 1987 σε συνεργασία με την IAI και την Ισραηλινή Αεροπορία, που ενδιαφέρεται να ομοιογενοποιήσει το σχετικό υλικό στα δικά της AH-1Q/E/F αναπτύσσεται ένα σκοπευτικό νυκτός, αρχικά γνωστό σαν C-NAS (Cobra Night Attack System). H προσθήκη όμως στο οπλοστάσιο του Σούπερ Κόμπρα του Χελφάιρ ώθησε το
υς Πεζοναύτες να προσθέσουν στις προδιαγραφές και έναν καταδείκτη λέιζερ που τώρα αναφέρεται πλέον σαν C-LNAS (Cobra Laser Night Attack System). Αποτελείται ουσιαστικά από το παλαιό TSU/M65 με σύστημα FLIR και καταδείκτη λέιζερ. Το FLIR διαθέτει τρία διαφορετικά οπτικά πεδία (ένα περισσότερο από τον εξοπλισμό του AH-1S) κάτι που επιτρέπει περιορισμένη δυνατότητα ναυτιλίας τη νύκτα. Για νυκτερινή πτήση όμως θα εξακολουθήσουν να χρησιμοποιούνται οι ατομικές διόπτρες που είναι συμβατές με το σκοπευτικό. ‘Ετσι παρ_ όλες τις βελτιώσεις ο ηλεκτροοπτικός εξοπλισμός του AH-1W θα παραμείνει υποδεέστερος αυτού του αντίστοιχου ολοκληρωμένου εξοπλισμού του Απάτσι. Επιπλέον ενέχει επιπρόσθετο κόστος που μειώνει ακόμη περισσότερο τη διαφορά επένδυσης ανάμεσα στα δύο αεροσκάφη και τέλος αφαιρεί από το AH-1W μέρος από το πλεονέκτημα του απλούστερου και άρα περισσότερο αξιόπιστου οπλικού συστήματος.
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ
O εξοπλισμός με ηλεκτρονικά βοηθήματα των δύο ελικοπτέρων είναι εφάμιλλος και περιλαμβάνει εκτός του εξοπλισμού τηλεπικοινωνιών, δέκτη TACAN και ραδιοϋψόμετρο. To Απάτσι ξεχωρίζει με την ύπαρξη του συστήματος ναυτιλίας Ντόπλερ ANS-128 που σε συνεργασία με το υβριδικό σύστημα αναφοράς διεύθυνσης και στάσης HARS (Heading Attitude Reference System) απλοποιεί τη διαδικασία σχεδίασης και εκτέλεσης των αποστολών μειώνοντας σημαντκά το φόρτο εργασίας του πιλότου. Το HARS συνεργάζεται επίσης με το πλήρως ψηφιακό σύστημα ελέγχου βολήςκαι επιτρέπει την έμμεση βολή των πυραύλων Χελφάιρ.
ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΑΥΤΟΠΡΟΣΤΑΣΙΑ
Σε μεγάλο βαθμό τα συστήματα αυτά είναι κοινά στα δύο ελικόπτερα αφού κατά την ανάπτυξη του Απάτσι υπήρχαν ήδη στον προκάτοχό του Κόμπρα. Τόσο το AH-64A όσο και το AH-1W διαθέτουν δέκτη προειδοποίησης ακτινοβολίας ραντάρ τύπου AN/APR-39 που καλύπτει τις συχνότητες που χρησιμοποιούν τα συστήματα ελέγχου πυρός αντιαεροπορικών συστημάτων. Στις μπάντες E, F, G, H, I και J και συχνότητες καθοδήγησης πυραύλων σε συχνότητες C και D. Δεδομένου ότι οι Πεζοναύτες χρησιμοποιούν τα επιθετικά ελικόπτερα περισσότερο ανεξάρτητα, έχουν επίσης συμπεριλάβει στο σχετικό εξοπλισμό και ένα δέκτη προειδοποίησης AN/APR-44 που καλύπτει τις συχνότητες ραντάρ συνεχούς κύματος (CW) που χρησιμοποιούν κυρίως αεροσκάφη αναχαίτισης και μερικά συστήματα σοβιετικής προέλευσης αντιαεροπορικών πυραύλων. H απουσία πάντως τέτοιου δέκτη από το Απάτσι είναι μικρής σημασίας αφού μπορεί να τοποθετηθεί αν αυτό κριθεί απαραίτητο. Το ίδιο φυσικά ισχύει και για το δέκτη προειδοποίησης ακτινοβολίας λέιζερ AVR-2 που απουσιάζει από το AH-1W ενώ εξοπλίζει το Απάτσι. Το Σούπερ Κόμπρα δεν διαθέτει επίσης τον παρεμβολέα ραντάρ AN/ALQ-136 που υπάρχει στο AH-64 παρ_ όλο που αυτός συμπεριλαμβανόταν και στον αρχικό εξοπλισμό των Κόμπρα του Αμερικανικού Στρατού. Για την αντιμετώπιση της απειλής βλημάτων που έλκονται από υπέρυθρη ακτινοβολία και τα δύο ελικόπτερα διαθέτουν το ενεργητικό σύστημα αντιμέτρων ALQ-144. Αποτελείται από μία ηλεκτρικά θερμαινόμενη πηγή από κεραμικό υλικό που εκπέμπει σε παλμούς. Τοποθετημένη πάνω από τα ακροφύσια των κινητήρων εκλαμβάνεται από τις κεφαλές των πυραύλων σαν δόλωμα με αποτέλεσμα το ηλεκτρονικό κύκλωμα των τελευταίων να διακόπτει τον εγκλωβισμό. Στο Απάτσι υπάρχει ακόμη ένας εκτοξευτής αεροφύλλων/θερμοβολίδων M-130, ενώ στο Κόμπρα συναντάμε το γνωστό ALE-39, οι δύο φορείς του οποίου είναι τοποθετημένοι πάνω από τα πτερύγια μεταφοράς φορτίου. Το θέμα πάντως του εξοπλισμού αυτοπροστασίας δεν μπορεί να αποτελέσει κριτήριο επιλογής δεδομένου ότι μπορεί να διαμορφωθεί σύμφωνα με τις απαιτήσεις του πελάτη και τις υπάρχουσες απειλές.
An AH-1Z Viper and a UH-1Y Venom taxis off the runway at U-Tapao International Airport, Kingdom of Thailand, Feb. 10, 2018. Marine Light Attack Helicopter Squadron 369 ‘Gunfighters’ arrive to the Kingdom of Thailand to participate in the 37th iteration of Cobra Gold as part of the U.S. Marine Corps Aviation Combat Element. HMLA-369, Marine Aircraft Group 39, 3rd Marine Aircraft Wing, is currently forward deployed under the unit deployment program with MAG-36, 1st MAW. Exercise Cobra Gold 2018 is an annual exercise conducted in the Kingdom of Thailand held from Feb. 13-23 with seven full participating nations. (U.S. Marine Corps photo by Cpl. Andy Martinez)
ΠΑΘΗΤΙΚΗ ΑΥΤΟΠΡΟΣΤΑΣΙΑ – ΕΠΙΒΙΩΣΙΜΟΤΗΤΑ
Στους τομείς αυτούς και παρά τις βελτιώσεις που έχει δεχθεί το AH-1W στην εξελικτική πορεία των Κόμπρα ακολουθεί σε απόσταση το Απάτσι. H σχεδίαση του τελευταίου έχει ενσωματώσει όλα τα μαθήματα του Βιετνάμ και περιλαμβάνει τη δυνατότητα απορρόφησης πληγμάτων, τη δυνατότητα της δομικής κατασκευής να προστατεύει το πλήρωμα από τις επιταχύνσεις πτώσεων και τέλος τη συνολική ικανότητα “μείωσης της έκθεσης” του αεροσκάφους σε εχθρικά πυρά. Χίλια τριακόσια περίπου κιλά θωράκισης προστατεύουν το πλήρωμα και ζωτικά σημεία του σκάφους από πλήγματα βολίδων που κλιμακώνονται μέχρι το διαμέτρημα των 23 χιλ., ενώ ένα θωρακισμένο διαφανές διάφραγμα χωρίζει το κόκπιτ ώστε να αποκλειστεί η περίπτωση της ταυτόχρονης απώλειας των δύο μελών του πληρώματος από μία βολή. Τα πτερύγια του κυρίως στροφείου είναι σχεδιασμένα ώστε να παραμένουν ακέραια για 30 λεπτά μετά την προσβολή τους με εκρηκτικό βλήμα 23 χιλ. Το κιβώτιο του συστήματος μετάδοσης μπορεί να λειτουργήσει επί μία ώρα μετά την ολοκληρωτική απώλεια του λιπαντικού του, ενώ οι άξονες μετάδοσης αντέχουν σε πλήγματα πολυβόλου 12,7 χιλ. Πρόβλεψη επίσης υπάρχει ώστε ο φυσικός διαχωρισμός των κινητήρων με την άτρακτο ενδιάμεσα να αποκλείει την ταυτόχρονη καταστροφή τους από ένα και μοναδικό πλήγμα. Το διπλό ανεξάρτητο υδραυλικό κύκλωμα αντέχει επίσης σε πλήγματα πολυβόλου, ενώ υπάρχει και τρίτο ηλεκτρονικό σύστημα ελέγχου πτήσης (fly by wire) στην περίπτωση απώλειας του πρωτεύοντος υδραυλικού. Στο Σούπερ Κόμπρα υπάρχει επίσης θωράκιση στο κόκπιτ αλλά η παρεχόμενη προστασία είναι μόνον για βολίδες ελαφρών όπλων διαμετρήματος μέχρι 7,62 χιλ και η ανθεκτικότητα του στροφείου σε βολίδες 23 χιλ. υπάρχει μόνον εάν το πλήγμα γίνει στο εξωτερικό 30% του πτερυγίου. Το AH-1W διαθέτει τριπλό ανεξάρτητο υδραυλικό σύστημα. Οι δεξαμενές καυσίμων και στα δύο ελικόπτερα είναι αυτοσφραγιζόμενες και απορροφούν πλήγματα βλημάτων 14,7 χιλ. στην περίπτωση του Απάτσι και 23 χιλ. Του ανταγωνιστή του. Και τα δύο ελικόπτερα διαθέτουν σύστημα διάχυσης των καυσαερίων των κινητήρων. Το σύστημα Black Hole του Απάτσι έχει αποδειχθεί εξαιρετικά αποτελεσματικό και σε σχετικές δοκιμές το ελικόπτερο στάθηκε αδύνατο να εγκλωβιστεί από κεφαλές βλημάτων Σάινγουάιντερ εκδόσεων all aspect. Για το απλούστερο σύστημα του AH-1W δεν υπάρχουν πληροφορίες από ανάλογες δοκιμές πρέπει όμως να θεωρείται ότι αποτελεί σημαντική βελτίωση από τον προηγούμενο εξοπλισμό των AH-1S/T. Στη μείωση του υπέρυθρου ίχνους βοηθά επίσης και η ειδική βαφή που διαθέτουν και τα δύο σκάφη. Τέλος οι επίπεδες διαφανείς επιφάνειες του κόκπιτ στο Απάτσι μειώνουν τις ανακλάσεις του ηλίου που μπορούν να προδώσουν τη θέση του ελικοπτέρου. Οι καμπύλες επιφάνειες του Κόμπρα έχουν βελτιώσει την ταχύτητα κατά 6 κόμβους έναντι του μοντέλου -1S, αλλά παρουσιάζουν πολύ περισσότερες αντανακλάσεις στον ήλιο. Στον τομέα της παθητικής προστασίας το Απάτσι εξασφαλίζει την επιβίωση του πληρώματος κατά 95% σε περίπτωση κάθετης πτώσης στο έδαφος με ταχύτητες έως και 46 χ.α.ω., σε πλευρική πτώση με ταχύτητες έως και 33 χ.α.ω. και σε μετωπική σύγκρουση και γωνία βύθισης 15 μοίρες και 66 χ.α.ω. Στη σχεδίαση υπάρχει η πρόβλεψη του αποχωρισμού του στροφείου κατά την πτώση, της υποχώρησης του συγκροτήματος του πυροβόλου στην άτρακτο χωρίς να τραυματίσει το πλήρωμα, ενώ μεγάλο μέρος της κινητικής ενέργειας απορροφάται από τα διαμερίσματα των ηλεκρονικών που είναι τοποθετημένα περιμετρικά. Εάν το ελικόπτερο μετά την πρόσκρουση στο έδαφος αναποδογυρίσει, ο ιστός του στροφείου δεν επιτρέπει στο χειριστήριο να συνθλιβεί. H αντοχή της κατασκευής του Απάτσι σε πτώσεις αποδεικνύεται από μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα ατυχημάτων. Σε μιά νυκτερινή άσκηση, ένα AH-64A προσέκρουσε σε πυλώνα μεταφοράς ρεύματος, έπεσε στα καλώδια υψηλής τάσης και στη συνέχεια στο έδαφος. Μιά άλλη φορά σε ένα ελικόπτερο που βρισκόταν σε αιώρηση κράτησε ο κινητήρας με αποτέλεσμα να πέσει και να συρθεί στο έδαφος με τα πλευρά αφού “θέρισε” 50 δένδρα. Και στις δύο περιπτώσεις το πλήρωμα βγήκε χωρίς τραυματισμό από το ατύχημα. Το μητρώο επιβιωσιμότητας των Κόμπρα μετά από ατυχήματα δεν μπορεί να θεωρηθεί ιδιαίτερα ικανοποιητικό. H λεπτή σιλουέτα, η σχεδίαση της δομικής κατασκευής και η τοποθέτηση των υποσυστημάτων μέσα σ’ αυτή δεν ευνοούν ιδιαίτερα το ελικόπτερο στον τομέα αυτόν και φυσικά η κατάσταση δεν βελτιώθηκε σημαντικά στο AH-1W.
ΟΠΛΙΣΜΟΣ
Αναφερθήκαμε επιγραμματικά στην εξέλιξη του επιθετικού ελικοπτέρου τα τελευταία 30 χρόνια που ουσιαστικά αποτελεί και την εξέλιξη του AH-1. H πορεία αυτή είναι παράλληλη και με τους σταθμούς που σηματοδοτούν την εξέλιξη του δόγματος του Αμερικανικού Στρατού στη χρήση των επιθετικών ελικοπτέρων στο πεδίο της μάχης. H ανάλυση της πορείας αυτής ξεπερνά το σκοπό του παρόντος άρθρου. Θα περιοριστούμε μόνον να αναφέρουμε ότι το AH-64A αναπτύχθηκε παράλληλα με την οικογένεια βλημάτων Χελφάιρ ώστε το ολοκληρωμένο πλέον σύστημα να ξεπεράσει τους περιορισμούς του προηγούμενου συνδυασμού AH-1/TOW και προορίζεται για αντιαρματικό αγώνα επί εικοσιτετραώρου βάσεως από μεγάλες αποστάσεις. Προς το παρόν χρησιμοποιείται μία μόνον παραλλαγή του πυραύλου, αυτή που κατευθύνεται με την ανακλώμενη επί του στόχου ακτινοβολία λέιζερ αλλά έχει ήδη δρομολογηθεί η μελλοντική εισαγωγή σε υπηρεσία και άλλων τύπων με αυτόνομη και μη καθοδήγηση. Το οπλικό φορτίο που μπορούν να μεταφέρουν τα δύο ελικόπτερα είναι ίσοποσο σε βάρος με μέγιστη τιμή τα 800 κιλά που αυξομειώνεται όμως ανάλογα με την ποσότητα των μεταφερόμενων καυσίμων. O λόγος καυσίμων/φορτίου όμως για αρκετές αποστολές φαίνεται να ευνοεί το Απάτσι που σχεδιάστηκε εξ αρχής γύρω από τους κινητήρες T700. O μόνιμος οπλισμός του AH-64A είναι το πυροβόλο chain gun M 230 των 30 χιλ. με δραστικό βεληνεκές 3.000 μέτρα και ταχυβολία 625 βολών ανά λεπτό και αναχορηγία 1200 βλημάτων. Το AH-1W διαθέτει ένα τρίκανο περιστροφικό πυροβόλο M- 197 των 20 χιλ. βασισμένο στο γνωστό μας, εξαιρετικά αξιόπιστο M-61 Vulcan με δραστικό βεληνεκές 1.800 μέτρων και ταχυβολία 750 βολών το λεπτό (υπάρχει αυτόματος περιορισμός ριπών των 16 βολών) και αναχορηγία 750 βλημάτων. H αποθήκη βλημάτων στο Σούπερ Κόμπρα είναι τοποθετημένη στο ρύγχος, πίσω από τον πυργίσκο του πυροβόλου. ‘Ετσι καθώς τα πυρομαχικά αναλώνονται και δεδομένου ότι τα κενά φυσίγγια απορρίπτονται το κέντρο βάρους του ελικοπτέρου αλλάζει, περιορίζοντας τους ελιγμούς που μπορεί να εκτελέσει. Στο Απάτσι, 50% περίπου μεγαλύτερη ποσότητα φυσιγγίων (και 2 φορές βαρύτερη) μεταφέρεται χωρίς αυτό το πρόβλημα αφού η αποθήκη πυρομαχικών βρίσκεται στον κατακόρυφο άξονα του κυρίως στροφείου και του κέντρου βάρους. H τοποθέτηση επίσης του πυροβόλου στο AH-1W και η μεγάλου μήκους κάνη επιβάλλει την επαναφορά του στο διαμήκη άξονα πριν τη βολή πυραύλων ή ρουκετών. H επιλογή του διαμετρήματος των 30 χιλ. για το Απάτσι έγινε από τον Αμερικανικό Στρατό έτσι ώστε αυτό να μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον ελαφρά θωρακισμένων στόχων. Το κατά 40-60% ελαφρότερο βλήμα των 20 χιλ. που χρησιμοποιεί το M-197 δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί αποτελεσματικά για τον ίδιο σκοπό. Μια μέση λύση υπήρξε η υιοθέτηση του ειδικού πυρομαχικού τύπου υποδιαμετρήματος (sabot) από εξασθενημένο ουράνιο που χρησιμοποιεί το ναυτικό αντιπυραυλικό σύστημα Φάλανξ με αρκετά ικανοποιητικά αποτελέσματα. H ποικιλία άλλου οπλισμού που είναι πιστοποιημένος για χρήση στο Σούπερ Κόμπρα είναι αρκετά μεγάλη και περιλαμβάνει: καλάθους ρουκετών LAU-61A (19 ρουκετών των 2,75′), LAU-68A/B (7 ρουκετών των 2,75′), LAU-69A (7 ρουκετών των 5′ zuni), ατρακτίδια πυροβόλων GPU-2A ή SUU-11A, βόμβες, ειδικά πυρομαχικά αερίων εκρηκτικών καυσίμων, πυραύλους TOW, Hellfire, AIM-9L/M Sidewinder, AGM-122 Sidearm και τελευταία πυραύλων Μάβερικ. Είναι δε σήμερα το μοναδικό επιθετικό ελικόπτερο που χρησιμοποιεί και τους δύο τύπους αντιαρματικών πυραύλων, TOW και Χελφάιρ στο αμερικανικό οπλοστάσιο. Στην ουσία όμως, όπως προαναφέρθηκε το Σούπερ Κόμπρα χωρίς καταδείκτη λέιζερ είναι ουσιαστικά ένας απλός φορέας AGM-114 και χρειάζεται τη συνεργασία επίγειων παρατηρητών ή άλλων ελικοπτέρων για να τους χρησιμοποιήσει. O οπλισμός που χρησιμοποιεί το Απάτσι εκτός από τους πυραύλους Χελφάιρ είναι πολύ πιό περιορισμένος και περιλαμβάνει καλάθους ρουκετών των 2,75’ (έως 4X19), ενώ έχει δρομολογηθεί η τοποθέτηση διδύμων εκτοξευτών Στίγκερ στα ακροπτερύγια για αυτοπροστασία. Αυτό οφείλεται στο δόγμα του Αμερικανικού Στρατού που θέλει το ελικόπτερο κυρίως σαν αντιαρματικό όπλο. Για δε τον Αμερικανικό Στρατό (σε αντίθεση με τους Πεζοναύτες) ο πύραυλος Χελφάιρ είναι ανταγωνιστικός και όχι συμπληρωματικός του TOW. H χρήση του τελευταίου ακόμη και στο μέγιστο βεληνεκές (αβέβαιο χωρίς αποστασιόμετρο λέιζερ) βάζει το ελικόπτερο μέσα στην ακτίνα των περισσοτέρων αντιαεροπορικών συστημάτων που αναμένεται να υπάρχουν στην πρώτη γραμμή όπου το ελικόπτερο χρειάζεται να παραμείνει σε αιώρηση για 30 δευτερόλεπτα εκτεθειμένο στο εχθρικό πυρ.
Αντίθετα, ο Χελφάιρ με διπλάσιο σχεδόν βεληνεκές βάλλεται από απόσταση ασφαλείας, η δε βολή μπορεί να γίνει ημιβαλιστικά με το ελικόπτερο υπό κάλυψη για να εκτεθεί στιγμιαία πριν την πρόσκρουση ώστε να καταδείξη το στόχο. Αυτά τα δεδομένα οδήγησαν στην εγκατάλειψη της μεθόδου κατεύθυνσης αντιαρματικών βλημάτων SACLOS (Semi Automatic Command to Line of Sight) όπως στον TOW, για περισσότερο αυτοματοποιημένες λύσεις (λέιζερ, μιλιμετρικό ραντάρ, υπέρυθρη ακτινοβολία, ακουστικό ίχνος). Τα νεώτερα σοβιετικά και ευρωπαϊκά βλήματα ακολουθούν το δρόμο που χάραξε η οικογένεια Χελφάιρ πριν από δέκα περίπου χρόνια. O Χελφάιρ ενδιαφερει την ελληνική πλευρά και για έναν ακόμη λόγο. H απόκρουση αποβάσεων εντάσσεται στις αποστολές που θα κληθούν να πάρουν μέρος τα ελληνικά επιθετικά επλικόπτερα. H αδυναμία του TOW να χρησιμοποιηθεί πάνω από νερό είναι γνωστή και επιπλέον η εκρηκτική κεφαλή του είναι περιορισμένη, αντίθετα ο Χελφάιρ δεν παρουσιάζει τέτοιες αδυναμίες. H φαινομενικά περιορισμένη ποικιλία οπλισμού που φέρει το Απάτσι οφείλεται αποκλειστικά στο γεγονός ότι μέχρι τον περασμένο Φεβρουάριο αποκλειστικός χρήστης του τύπου ήταν ο Αμερικανικός Στρατός με πολύ συγκεκριμένο δόγμα χρήσης του αεροσκάφους. Στο ελικόπτερο όμως στο παρελθόν είχαν γίνει δοκιμές με μεγάλη ποικιλία οπλισμού συμπεριλαμβανομένων ρουκετών μεγάλων διαμετρημάτων, πυραύλων TOW, Σαϊντγουάιντερ, Στίγκερ, Μάβερικ, Σάινταρμ, φορέων βομβιδίων και ναρκών, ειδικών πυρομαχικών κ.α. Το ότι δεν υιοθετήθηκαν οφείλεται στην έλλειψη ενδιαφέροντος από αμερικανικής πλευράς. H έκδοση που είχε προσφερθεί στους Αμερικανούς Πεζοναύτες είχε ενσωματωμένη τη δυνατότητα βολής τόσο TOW όσο και Χελφάιρ, ενώ υπήρξε ακόμη και μιά πρόταση στο Αμερικανικό Ναυτικό για ένα Απάτσι εξοπλισμένο με Χάρπουν ή Πέγκουιν. Καθώς η λέσχη των χωρών που χρησιμοποιούν το ελικόπτερο ευρύνεται (περιλαμβάνει ήδη το Ισραήλ, την Αίγυπτο, το Κουβέιτ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα με ενδιαφερόμενες τη M. Βρετανία και την Ολλανδία, την Κορέα κ.α.) τα πιστοποιημένα για χρήση πυρομαχικά θα γίνονται όλο και περισσότερα, όπως συνέβη ακριβώς και στην περίπτωση των Κόμπρα. ‘Ηδη μετά την υιοθέτηση πυραύλων Στίγκερ για αυτοπροστασία, το ενδιαφέρον για προσθήκη πυραύλων Μάβερικ και AIM-9 αναζωπυρώθηκε μετά τον πόλεμο στον Κόλπο και το Ισραήλ είχε εκφράσει το δικό του ενδιαφέρον για τη δυνατότητα βολής TOW όταν επέλεξε τα Απάτσι αντί των AH-1W.
H KPITIKH ΣΤΑ ΑΠΑΤΣΙ
H επιχειρησιακή ένταξη των AH-64A στις μονάδες του Αμερικανικού Στρατού υπήρξε προβληματική. Το πολύπλοκο οπλικό σύστημα δεν είχε λύσει πολλά από τα “εμβρυακά” του προβλήματα όταν άρχισε να αντικαθιστά τα AH-1 και η υποδομή υποστήριξης δεν ήταν έτοιμη να δεχτεί το βάρος τους στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας. H επιχειρησιακή ετοιμότητα των μονάδων παρέμενε για χρόνια χαμηλή και τα προβλήματα αξιοπιστίας συνεχιζόντουσαν. Προβλήματα εμφανίστηκαν και στην πρώτη ουσιαστική δοκιμή του Απάτσι σε συνθήκες μάχης κατά τις επιχειρήσεις της αμερικανικής επέμβασης στον Παναμά. Αποκορύφωμα φυσικά υπήρξε η έκθεση-καταπέλτης του Ελεγκτικού Γραφείου του Αμερικανικού Κογκρέσσου (GOP, General Accounting Office) σχετικά με το ελικόπτερο τον Οκτώβριο 1990. H έκθεση ανέφερε ότι μετά από έρευνα σε 11 μεγάλες μονάδες του Στρατού στις ΗΠΑ και τη Δ. Γερμανία ανάμεσα στον Ιανουάριο 1989 και τον Απρίλιο 1990 η διαθεσιμότητα των ελικοπτέρων ήταν κατά μέσο όρο 50% (με απαίτηση του Αμερικανικού Στρατού 75%) σε μία δε μονάδα το ποσοστό ήταν μόλις 29,6%! Τα στοιχεία θα ήταν ακόμη πιό επιβαρυντικά εάν, όπως ανέφερε η έκθεση, ο Στρατός χρησιμοποιούσε περισσότερο τα ελικόπτερά του (12,9 ώρες ανά μήνα έναντι 27,7 ώρες ανά μήνα που ήταν ο μέσος όρος χρήσης των ελικοπτέρων των πεζοναυτών). Επεσήμανε ακόμη μιά σειρά προβλημάτων αξιοπιστίας στη λειτουργία των διαφόρων υποσυστημάτων του ελικοπτέρου ανάμεσα στα οποία τόνιζε: το ηλεκτροοπτικό σύστημα TADS σαν κύρια αιτία της χαμηλής διαθεσιμότητας του αεροσκάφους. Τα πτερύγια του κυρίως στροφείου που αντικαθίσταντο κατά μέσον όρο κάθε 164 ώρες αντί των 1500 των προδιαγραφών λόγω αποκόλλησης των φύλλων του συνθετικού υλικού κατασκευής των. Τους συνδέσμους του κυρίως ρότορα που απαιτούσαν αντικατάσταση κάθε 520 ώρες (στόχος οι 1500) λόγω ρωγμών που δεν μπορούσαν να επισκευαστούν. Την πλάκα αλλαγής βήματος του ουραίου στροφείου που απαιτούσε αλλαγή κάθε 250 ώρες αντί των 1500 ωρών λόγω αστοχίας του ρουλμάν Το βοηθητικό συμπιεστή που απαιτούσε αντικατάσταση κάθε 400 ώρες αντί των 2000 ωρών λόγω σχεδιαστικών ατελειών. Το πυροβόλο που παρουσίαζε συχνές εμπλοκές. Ανέφερε ακόμη το GOP ότι το Απάτσι απαιτούσε “σημαντική συντήρηση” κάθε 2,5 περίπου ώρες, τη διάρκεια δηλαδή μιας τυπικής αποστολής. Προέτρεπε δε τον Αμερικανικό Στρατό να εγκαταλείψει τα σχέδιά του να παραγγείλει περισσότερα Απάτσι και να διαθέσει τα χρήματα για την ενίσχυση της υποδομής συντήρησης, την αγορά ανταλλακτικών και την εκπαίδευση προσωπικού. Αναφορές αυτού του τύπου από το GOP θεωρούνται συνηθισμένες στις ΗΠΑ και οι περισσότεροι αναγνώστες θα θυμούνται τις αποκαλύψεις της υπηρεσίας αυτής για τις επιδόσεις του F/A-18, η ακτίνα δράσης του οποίου υπολειπόταν σημαντικά των προδιαγραφών ή το αντιαεροπορικό σύστημα DIVAD που τελικά οδήγησε και στην ακύρωση του προγράμματος. H διαμάχη πάντως που ξέσπασε στη συνέχεια στο Κογκρέσσο στην περίπτωση του Απάτσι υπήρξε έντονη και συνέπεσε ουσιαστικά με την προετοιμασία των επιχειρήσεων στον Κόλπο τον περασμένο χειμώνα. O Αμερικανικός Στρατός υπερασπίστηκε σθεναρά το επιχειρησιακό μητρώο των Απάτσι. Ισχυρίστηκε ότι η έκθεση του GOP δεν λάμβανε υπ’ όψη πιό πρόσφατες βελτιώσεις και λύσεις πολλών από τα προβλήματα, κατέθεσε μια σειρά προτάσεων για την καλυτέρευση της κατάστασης και ενέτεινε τη δραστηριότητα της επιτροπής συνεργασίας με την κατασκευάστρια εταιρία ΜακΝτόνελ Ντάγκλας. Απέδιδε τα χαμηλά ποσοστά ετοιμότητας σε προβλήματα με τη διατήρηση ειδικευμένου προσωπικού σε υπηρεσία και σε έλλειψη ανταλλακτικών λόγω επισκευής 111 AH-64A που είχαν υποστεί σημαντικές ζημιές από τυφώνα στην κυριότερη βάση εκπαίδευσης στην ανατολική ακτή των ΗΠΑ το 1989. Νεώτερες πληροφορίες ανέφεραν ότι έως τον Αύγουστο 1990 (και πριν την κρίση στο Κουβέιτ) η επιχειρησιακή ετοιμότητα των μονάδων ξεπερνούσε το 75%. H μεταστάθμευση μονάδων στην περιοχή του Κόλπου είδε μιά κατακόρυφη αύξηση της διαθεσιμότητας που σε πολλές μονάδες έφτανε το 100% και σε άλλες ξεπερνούσε το 90%, γεγονός που αναγνώρισε σε νεώτερη έκθεσή του ο GAO. Είναι χαρακτηριστικό ότι οκτώ Απάτσι άνοιξαν τις συμμαχικές επιχειρήσεις στην περιοχή όταν στις 17 Ιανουαρίου μετά από συνολική διαδρομή 720 μιλίων έπληξαν με επιτυχία ιρακινούς σταθμούς ραντάρ έγκαιρης προειδοποίησης πριν τη μαζική αεροπορική επίθεση. Το μεγαλύτερο μέρος της καταστροφής ιρακινών τεθωρακισμένων κατά τη διάρκεια των χερσαίων επιχειρήσεων αποδίδεται επίσης στα Απάτσι. Σύμφωνα με το στρατηγό Ρούντολφ Οστόβιτς, διοικητού της αεροπορίας στρατού των ΗΠΑ που έκανε τον απολογισμό του πολέμου, τα “Απάτσι παρά το εχθρικό περιβάλλον τω
ν επιχειρήσεων, και τη δυσκολία των αποστολών επέδειξαν τη μοναδική τους ικανότητα να πετούν και να μάχονται νύκτα και σε άσχημες καιρικές συνθήκες πέρα από κάθε αμφιβολία”. Επιπλέον τόνισε ότι η διαθεσιμότητα και αξιοπιστία του τύπου έφτασε σε υψηλά επίπεδα χωρίς ιδιαίτερη κινητοποίηση τεχνικών και μηχανικών της κατασκευάστριας εταιρίας (όπως υπήρξαν σχετικές αναφορές) που δεν ξεπέρασε αυτή άλλων οπλικών συστημάτων.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
H επιλογή ενός οπλικού συστήματος είναι μιά περίπλοκη και δύσκολη διαδικασία όπου υπεισέρχονται πολλοί παράγοντες. Σκοπός αυτής της συγκριτικής παρουσίασης δεν είναι φυσικά να υποκαταστήσει αυτήν τη διαδικασία. Μέσα από την ανάλυση που προηγήθηκε έγινε μιά προσπάθεια σύγκρισης των ομοειδών τεχνικών χαρακτηριστικών των δύο ελικοπτέρων ή τουλάχιστον όσων από αυτά έχουν δει το φως της δημοσιότητας. Γι’ αυτούς του δύο αυτούς λόγους η αναφορά δεν μπορεί να είναι καταληκτική υπέρ του ενός ή του άλλου οπλικού συστήματος. Παρ’ όλα αυτά μπορούμε να επισημάνουμε ορισμένα πράγματα, συμπερασματικα της ανάλυσης που προηγήθηκε. Χωρίς τις εξελίξεις που προαναφέρθηκαν στην περιοχή, η ιδανική ίσως λύση για το ελληνικό αμυντικό πρόβλημα θα ήταν ίσως η αγορά ικανού αριθμού εξοπλισμένων ελικοπτέρων ή η υιοθέτηση του ισραηλινού δόγματος (hi/low mix), συνδυασμού επιθετικών και εξοπλισμένων ελικοπτέρων. Με δεδομένους όμως τους μικρούς αριθμούς που μπορούν να εισαχθούν σε υπηρεσία απαιτεί την καλύτερη δυνατή ποιοτική αγορά. H Αεροπορία Στρατού καλείται να εισέλθει σε ένα χώρο εντελώς άγνωστο γι’ αυτήν που απαιτεί την παρακολούθηση της τεχνολογίας αιχμής και την αφομοίωση δογμάτων και τεχνικών που άλλοι στρατοί χρειάστηκαν δεκαετίες για να αναπτύξουν και την προσαρμογή τους στην ελληνική πραγματικότητα. Πιθανότατα το AH-1W όσο και το AH-64A, ικανοποιούν τις γενικές απαιτήσεις και ανάγκες του Ελληνικού Στρατού για ένα επιθετικό ελικόπτερο. Χρησιμοποιούν κοινό προωστικό σύστημα, παρουσιάζουν ανάλογες πτητικές επιδόσεις αλλά η φιλοσοφία σχεδίασης, οι δυνατότητες επιβίωσης, το σύστημα μάχης, διαφέρουν ριζικά. Τα δύο ελικόπτερα όμως καθίστανται δύσκολα συγκρίσιμα και εάν εξεταστούν οι παράμετροι που προκύπτουν από τις επιχειρησιακές ανάγκες. Αν οι ανάγκες αυτές, όπως τα φαινόμενα δείχνουν, επικεντρώνονται στον αντιαρματικό αγώνα τη νύκτα, το Απάτσι εμφανίζεται σημαντικά πιό ολοκληρωμένο και ικανότερο οπλικό σύστημα. Με ευρύτερο φάκελο πτήσης μπορεί να ανταπεξέλθει καλύτερα στις δυσκολίες των αποστολών διατηρώντας αυξημένες πιθανότητες αντιμετώπισης μιάς απρόσμενης κατάστασης. Στην πραγματικότητα η νύκτα είναι ο καλύτερος σύμμαχός του και το ελικόπτερο μάχεται καλύτερα στο σκοτάδι παρά στο φως της ημέρας. Οι δυνατότητες του AH-1W στον τομέα αυτόν υπολείπονται σημαντικά του αντιπάλου του ακόμη και μετά την ενσωμάτωση των προτεινόμενων βελτιώσεων. Σημαντικό στοιχείο αποτελεί και το κόστος. ‘Οπως όμως έχουμε διαπιστώσει τα τελευταία χρόνια και με τα μαχητικά Μιράζ αποτελεί μυστικό καλύτερα φυλασσόμενο από το ίδιο το οπλικό σύστημα. Επηρεάζεται δε σημαντικά από το είδος της συμφωνίας με την οποία θα γίνει η αγορά και άλλους εξωγενείς παράγοντες. Ενδεικτικά πάντως και με κάθε επιφύλαξη αναφέρουμε ότι σύμφωνα με τον ξένο τύπο η σχέση τιμής των δύο ελικοπτέρων εμφανίζεται με τιμές 1990 σε εκατομμύρια δολάρια να είναι περίπου 1,3 υπέρ του AH-1W τόσο στη σύγκριση κόστους μόνον του αεροσκάφους (AH-64A:AH-1W $9,6:7,1), όσο και μετά τον υπολογισμό της επιβάρυνσης του κόστους έρευνας και ανάπτυξης ($14,2:10,6). H περίπτωση αφορά Απάτσι με τη διαμόρφωση που τα προμηθεύεται ο Αμερικανικός Στρατός και AH-1W που διαθέτουν οι Πεζοναύτες (χωρίς το σύστημα C-LNAS). Ανάλογη διαφορά κόστους υπάρχει και στη λειτουργία και συντήρηση των δύο τύπων. Τα ερωτήματα έτσι που αυτόματα γεννιούνται είναι πολλά: είναι το Απάτσι, παρ_ όλη την υπεροχή του υπερβολικά ακριβό σύστημα για τα ελληνικά δεδομένα; Οι διαφορές ικανοτήτων δικαιολογούν το αυξημένο κόστος; Το κατά 30% λιγότερο ακριβό AH-1W μπορεί να θεωρηθεί εναλλακτική λύση λαμβανομένων υπ’ όψη των άλλων διαφορών. Μπορεί τελικά δηλαδή ένα φτηνότερο υποκατάστατο να αντικαταστήσει το πρότυπο; Το καθαρό όμως κόστος σε τέτοιου είδους αγορές δεν μπορεί να αποτελέσει πάντοτε μέτρο σύγκρισης. Το σημαντικότερο στοιχείο που πρέπει να εκτιμηθεί είναι η σχέση κόστους-απόδοσης. H προτίμηση εξάλλου του AH-1W έναντι του Απάτσι με βάση το σκεπτικό της ομοιογενοποίησης του υλικού στα πλαίσια μελλοντικής παραχώρησης AH-1S δεν ευσταθεί δεδομένης της οροφής που υπάρχει στο είδος αυτό των οπλικών συστημάτων από τη συμφωνία CFE.
H τεχνολογική ανωτερότητα του Απάτσι έχει φυσικά και την άλλη όψη του νομίσματος. Το ελικόπτερο παρουσιάζεται πολύπλοκο με όλα τα προβλήματα που συνεπάγεται αυτή η κατάσταση. Πόσο κατάλληλη είναι η υποδομή της Αεροπορίας Στρατού να δεχθεί ένα τέτοιο οπλικό σύστημα όταν η τεχνολογία του εν χρήσει υλικού υπολείπεται του Απάτσι κατά τρεις σχεδόν γενιές; Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα προβλήματα θα είναι πολλά αλλά όχι και ανυπέρβλητα. Ας μην ξεχνάμε μάλιστα την περίπτωση της εισαγωγής του Φάντομ στο ελληνικό οπλοστάσιο το 1974. Την εποχή εκείνη το αμερικανικό αυτό μαχητικό διέφερε κατά πολύ τεχνολογικά από το υλικό που χρησιμοποιούσε η Π.Α. Οι ανάγκες συντήρησής του ήταν μεγάλες και η πολυπλοκότητά του σημαντική. Πολλοί υπήρξαν εκείνοι που αμφέβαλαν αν ποτέ το αεροπλάνο θα εντασσόταν κανονικά στη δύναμη της Αεροπορίας δεδομένου ότι και η πολύ πιό αποτελεσματική σε θέματα υποστήριξης USAF αντιμετώπιζε προβλήματα. Αποδείχθηκαν όμως όλοι “πρώιμες κασσάνδρες” αφού και οι ικανοί χειριστές και τεχνικοί βρέθηκαν και τα αεροπλάνα έγιναν σταδιακά αξιόπιστα και αποτελεσματικά και κατά γενική ομολογία, τα F-4 ήταν που έβαλαν την Ελληνική Πολεμική Αεροπορία σε μιά νέα εποχή. Δεν βλέπουμε γιατί να μην είναι και ανάλογη η περίπτωση της εισαγωγής του AH-64 στην Αεροπορία Στρατού αφού μάλιστα σύντομα θα χρειαστεί να αντικαταστήσει και τα μεταφορικά της ελικόπτερα με νέα εξελιγμένα μοντέλα. Τα προβλήματα αξιοπιστίας και διαθεσιμότητας που αντιμετωπίζει το Απάτσι ίσως είναι το ανησυχητικότερο στοιχείο της υπόθεσης. Υπάρχουν όμως ενθαρρυντικές εξελίξεις. Πολλά από αυτά φαίνεται ότι έχουν ξεπεραστεί, ενώ άλλα βρίσκονται στη φάση της απάλειψής τους. Προβλήματα όμως αυτού του είδους, εφόσον δεν οφείλονται σε βασική σχεδιαστική ανεπάρκεια δεν μειώνουν στο ελάχιστο τη μαχητική ικανότητα και αξία του οπλικού συστήματος. Παρόμοια κατάσταση (και την ανάλογη κριτική) έχουν αντιμετωπίσει πολλά οπλικά συστήματα στο παρελθόν συμπεριλαμβανομένων των μαχητικών F-16, αρμάτων μάχης M1, αντιαεροπορικών Πάτριοτ κ.α. Τα περισσότερα από αυτά ξεπέρασαν τα προβλήματα και απέδειξαν την αξία τους αργότερα. Οποιαδήποτε φυσικά προμήθεια απαιτεί προσεκτική παρακολούθηση του θέματος, ενώ θα πρέπει να λαμβάνει υπ’ όψη την ευθύνη και ρήτρα της κατασκευάστριας εταιρίας σε περίπτωση επιμονής των προβλημάτων. Τα 805 φυσικά ελικόπτερα του Αμερικανικού Στρατού αποτελούν την καλύτερη εγγύηση ότι τα όποια προβλήματα υπάρχουν, θα λυθούν. Το σημαντικότερο βέβαια πλεονέκτημα που διαθέτει το AH-64A έναντι του AH-1W είναι η δυνατότητα αναβάθμισης που ενσωματώνει. Το AH-1W, προϊόν σημαντικού εκσυγχονισμού το ίδιο, έχει εξαντλήσει την εξελικτική του πορεία. Το ότι καλύπτει σήμερα τις ανάγκες δεν σημαίνει ότι στο σύντομο μέλλον δεν κινδυνεύει να φτάσει τα όρια των επιχειρησιακών του ικανοτήτων. Το γεγονός αυτό αποτελεί ίσως και την αιτία ότι το Σούπερ Κόμπρα υπήρξε ο ηττημένος σε όλους σχεδόν τους διαγωνισμούς όπου ανταγωνίστηκε το Απάτσι. Αντίθετα το τελευταίο μόλις σήμερα ξεκινά την εξέλιξή του. H έκδοση Longbow και τα νέα μοντέλα των Χελφάιρ είναι μερικές μόνον από τις πιθανότητες που εξερευνώνται. O ακρογωνιαίος πάντως λίθος αυτής και οποιασδήποτε προμήθειας δεν μπορεί να είναι άλλος από την εκτίμηση της επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας του οπλικού συστήματος (φονικότητα, ικανότητα στη διεξαγωγή των αποστολών, επιβιωσιμότητα) σε σχέση με το κόστος.
A Marine Corps AH-1W Super Cobra helicopter deploys flares and launches rockets at mock enemy targets during a tactical demonstration at the Yodaville training facility in Yuma, Arizona, April 4, 2018
ΠΙΝΑΚΑΣ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ
AH-1W vs AH-64A
Διαστάσεις
Διάμετρος κυρίως ρότορα (μέτρα): 14,63 14,63
Μήκος, συνολικό (μέτρα): 17,68 17,76
Μήκος, ατράκτου (μέτρα): 13,87 –
‘Υψος (μέτρα): 4,11 3,84
Εκπέτασμα πτερύγων (μέτρα): 3,23 5,23
Επιφάνεια ρότορα (τετ. μέτρα): 168,11 168,11
Βάρη
Κενό (κιλά): 4.627 4.882
Καυσίμων (κιλά): 946 1.157
Οπλικού φορτίου (κιλά): 780 771
Αποστολής (κιλά): 6.680 6.552
Μέγιστο απογείωσης (κιλά): 6,690 9.525
Επιδόσεις (στα 6.600 κιλά)
Απόλυτη ταχύτητα (χλμ./ώρα): 352 365
Μέγιστη επιχ. Ταχύτητα (χλμ./ώρα): 282 296
Πλεύσης (χλμ./ώρα): 278 296
Βαθμός ανόδου στην επιφάνεια της θαλασσας (μέτρα/λεπτό): 610 762
Επιχειρησιακή οροφή (μέτρα): 3.720 6.400
Αιώρηση (μέσα στην επίδραση του εδάφους (μέτρα): 4.495 4.570
Αιώρηση (έξω από την επίδραση του εδάφους (μέτρα): 914 3.505
Μέγιστη ακτίνα δράσης (εσωτ. καύσιμα) (χλμ): 650 482

Most Popular