NORTH AMERICAN F-86 SABRE, το σημαντικότερο μαχητικό τζετ της Ιστορίας (ΑΡΧΕΙΟ ΠΤΗΣΗ, Μέρος 2ο)

NORTH AMERICAN F-86 SABRE ΤΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΟ ΜΑΧΗΤΙΚΟ ΤΖΕΤ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ 
Μετά το θρυλικό Ρ-51 Mustang (1940), η North American συνέχισε τις επιτυχίες και στην εποχή της αεριώθησης με το ισάξιο F-86 Sabre (1947). Αυτό ήταν σημαντικό διότι, εκτός από το νέο προωστικό σύστημα, διέθετε και οπισθοκλινή πτέρυγα, που του επέτρεπε να ξεπερνάει -σε βύθιση- το φράγμα του ήχου, για πρώτη φορά σε αεροσκάφος παραγωγής. Η καριέρα του ήταν εκπληκτική: κανένα άλλο μεταπολεμικό μαχητικό δεν σημείωσε τόσες καταρρίψεις (σχεδόν 1.000), ούτε άλλαξε 8 διαφορετικούς κινητήρες, ή πέτυχε 3 επίσημα παγκόσμια ρεκόρ ταχύτητας. Ανάμεσα στις τριάντα οκτώ χώρες που το χρησιμοποίησαν, συμπεριλαμβάνεται και η Ελλάδα, ενώ η παραγωγή του ξεπέρασε τις 10.000 μονάδες.
του Βασίλη Σιταρά 
ΟΙ ΥΠΟΛΟΙΠΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΧΗΤΙΚΩΝ ΗΜΕΡΑΣ: «Ε», «F», «Η», CL-13, CA-27, YF-93, TF-86 
Εκτός από το παραπάνω αρχικό μοντέλο (Α), οι άλλες 3 εκδόσεις του «βασικού» Sabre (δηλαδή του μαχητικού ημέρας της USAF) που κατασκευάστηκαν στις ΗΠΑ ήταν το «Ε» (1950), το «F» (1952) και το «Η» (1953). Το προτεινόμενο F-86B παραγγέλθηκε σε 188 μονάδες, αλλά τελικά δεν κατασκευάστηκε ποτέ, ούτε καν ως πρωτότυπο. Το πειραματικό F-86C (1950) μετονομάστηκε σε YF-93 (βλ. παρακάτω). Το F-86J ήταν ένα τροποποιημένο πρωτότυπο (πρώην Α) που δοκίμασε στον αέρα τον πανίσχυρο καναδικό στροβιλοκινητήρα Orenda (βλ. παρακάτω) και τα F-86D/K/L ήταν αναχαιτιστικά παντός καιρού (all-weather interceptors), γνωστά ανεπίσημα ως «Sabre Dogs» (βλ. επόμενο τεύχος).

Το πρώτο, λοιπόν, «εξελικτικό άλμα» του Sabre πραγματοποιήθηκε με το F-86E (κωδικός εταιρίας ΝΑ-170, πρώτη πτήση στις 23/9/1950, 336 μονάδες παραγωγής από τη ΝΑΑ), το οποίο διέφερε από το «Α» σε δύο βασικά σημεία: στο ΣΕΠ και στην ολοκινούμενη οριζόντια ουρά. Όπως και τα τελευταία 24 «Α», έτσι και όλα τα «Ε» εφοδιάστηκαν με προηγμένο ΣΕΠ, που περιλάμβανε το ραντάρ αποστασιομέτρησης APG-30, πρακτικής εμβέλειας 3.000 γιαρδών ή 2,75 χιλιομέτρων.
Πολύ γρήγορα, το νέο ΣΕΠ έδειξε την αξία του στην Κορέα και αντιστάθμισε την υπεροχή του MiG-15. Όσο για την ολοκινούμενη οριζόντια ουρά, άλλη μία παγκόσμια καινοτομία της ΝΑΑ που αργότερα υιοθετήθηκε από πολλά ακόμη πολεμικά αεροπλάνα, αυτή βελτίωσε δραματικά τη δυνατότητα εξόδου από υπερηχητική βύθιση και, γενικότερα, τον έλεγχο του αεροπλάνου στη διηχητική ζώνη.

Πάντως, σε «καθαρές» επιδόσεις το «Ε» ήταν ολόιδιο με το «Α», καθώς διέθετε τον ίδιο κινητήρα, και έτσι υστερούσε έναντι του MiG-15 (ιδίως σε άνοδο και οροφή). Συγκεκριμένα, τα μοντέλα «Α» και «Ε» έφθαναν τα 1.090 χ.α.ώ. στο επίπεδο της θάλασσας και τα 966 χ.α.ώ. (Μ=0,91) στα 35.000 πόδια, είχαν αρχικό βαθμό ανόδου 7.500 πόδια ανά λεπτό και επιχειρησιακή οροφή 48.000 πόδια (τα αντίστοιχα νούμερα για το MiG-15 bis ήταν 1.107/977 χ.α.ώ., 10.100 πόδια ανά λεπτό και 52.000 πόδια).
Το πρόβλημα αυτό εξαλείφθηκε, σε μεγάλο τουλάχιστον βαθμό, με το θαυμάσιο F-86F (ΝΑ-172, 28/3/1952, 2.240 μονάδες από τη ΝΑΑ), το οποίο εισήγαγε ισχυρότερο κινητήρα J47 των 5.900 λιβρών ή 2.680 κιλών. Χάρη σε αυτόν, η μέγιστη ταχύτητα ανήλθε σε 1.115 χ.α.ώ., η οροφή σε 50.000 πόδια και ο ρυθμός ανόδου σε 9.300 πόδια ανά λεπτό. Λίγο αργότερα, στις αρχές του 1953, το μοντέλο «F» εισήγαγε και μία δεύτερη, πολύ σημαντική, αλλαγή: μεγαλύτερη και «σκληρή» πτέρυγα (28,1 τετρ. μέτρων), στην οποία αφαιρέθηκαν τα slats από το χείλος προσβολής και μεγάλωσε η χορδή κατά 15,2 εκατοστά στη ρίζα και κατά 7,6 εκατοστά στο ακροπτερύγιο (έτσι το όνομά της ήταν πτέρυγα «6-3», διότι αυτά ήταν τα αντίστοιχα νούμερα σε ίντσες).

Με τον τρόπο αυτό, μειώθηκε ο πτερυγικός φόρτος και αυξήθηκε σημαντικά η ευελιξία στις υψηλές (διηχητικές) ταχύτητες. Το τίμημα όμως ήταν η αύξηση της ταχύτητας απώλειας στήριξης από τους 105 στους 125 κόμβους στο επίπεδο της θάλασσας, τη στιγμή που το MiG-15 περιοριζόταν στους 86 κόμβους.
Όσο για το F-86H (ΝΑ-187, 30/5/1953, 475 μονάδες, όλες από τη ΝΑΑ), αυτό δεν ήταν τόσο αεροπλάνο αεροπορικής υπεροχής, όσο τακτικό μαχητικό-βομβαρδιστικό, που ενσωμάτωνε πολλές και σημαντικές τροποποιήσεις: βαθύτερη κατά 15 εκατοστά άτρακτο, τον πανίσχυρο κινητήρα J73 των 8.920 λιβρών (4.045 κιλών), βάρος απογείωσης 11.020 κιλά, αυξημένο εσωτερικό καύσιμο (2.127 λίτρα), 4 πανίσχυρα πυροβόλα Μ-39 των 20 mm (τα οποία είχαν αρχικά δοκιμαστεί στην Κορέα το 1953 από 8 τροποποιημένα F-86F με τεράστια επιτυχία) και το προηγμένο για την εποχή LABS (Σύστημα Βομβαρδισμού Χαμηλού Ύψους).

Η έκδοση αυτή, που σημειωτέον χρησιμοποιήθηκε μόνο από τις ΗΠΑ, ήταν συμβατή με μία ατομική βόμβα των 100 κιλοτόνων, βάρους 545 κιλών. Αξιοσημείωτο ήταν το υψηλό κόστος μονάδας του μοντέλου «Η»: 582.000 δολάρια, έναντι μόλις 211.000 δολαρίων του «F», το οποίο πάντως είχε κατασκευαστεί σε πολύ μεγαλύτερους αριθμούς. Δυστυχώς, με αυτό το μοντέλο σκοτώθηκε σε ατύχημα (το 1954) ο κορυφαίος άσσος των ΗΠΑ στην Κορέα, ο Joe McConnell με τις 16 καταρρίψεις.
Από τα 2.226 Sabre ημέρας που κατασκευάστηκαν στο εξωτερικό (1.814 στον Καναδά από την Canadair, 300 στην Ιαπωνία από την Mitsubishi και 112 στην Αυστραλία από την CAC) ξεχωρίζουν όλα τα αυστραλιανά αεροπλάνα, καθώς διέθεταν το γνωστό βρετανικό κινητήρα Rolls-Royce Avon, και τα 1.025 τελευταία καναδικά αεροπλάνα (CL-13 Sabre Mark 5 και 6), καθώς διέθεταν τον καναδικής σχεδίασης κινητήρα Avro Orenda. Αυτές ήταν και οι ταχύτερες εκδόσεις του τύπου, μαζί το πειραματικό YF-93 (βλ. παρακάτω). Ο Avon απέδιδε 7.500 λίβρες (3.400 κιλά) και έδινε στο Sabre τις εξής επιδόσεις: ταχύτητα 1.130 χ.α.ώ., οροφή 55.000 πόδια και αρχικός βαθμός ανόδου 12.000 πόδια ανά λεπτό. Το πρώτο αυστραλιανό αεροσκάφος, που χρησιμοποιήθηκε για πτητικές δοκιμές, ονομαζόταν CA-26 και πέταξε στις 3/8/1953, ενώ το πρώτο από τα 111 CA-27 παραγωγής ακολούθησε στις 13/7/1954.

Εκτός από το νέο κινητήρα, τα αυστραλιανά αεροπλάνα διέθεταν (αντί για 6 πολυβόλα) δύο πανίσχυρα πυροβόλα Aden των 30 χιλιοστών, με αναχορηγία 162 βλήματα έκαστο. Στον Καναδά, ένα στάνταρντ F-86A μετατράπηκε το 1951 στο πρωτότυπο (engine test-bed) F-86J, εφοδιασμένο με τουρμποτζέτ Orenda των 2.720 κιλών. Με αυτό ακριβώς το αεροπλάνο, η θρυλική Αμερικανίδα πιλότος Jackie Cochran έγινε, στις 18/5/1953, η πρώτη γυναίκα που υπερέβη το φράγμα του ήχου (σε βύθιση). Στα 370 Sabre 5 (πρώτη πτήση τον Ιούλιο του 1953) τοποθετήθηκε ο Orenda 10 των 2.885 κιλών και στα 655 Sabre 6 (πρώτη πτήση τον Νοέμβριο του 1954) ο ακόμη ισχυρότερος Orenda 14 των 3.330 κιλών. Τα τελευταία ήταν πραγματικά εκπληκτικά, καθώς έφθαναν τα 1.142 χ.α.ώ., ενώ η οροφή τους ήταν 54.000 πόδια και η άνοδος 11.800 πόδια ανά λεπτό.
Σε πειραματικό στάδιο παρέμειναν δύο εντελώς άγνωστες στους περισσότερους εκδόσεις του F-86, το YF-93 και το TF-86. Το μαχητικό συνοδείας (ή penetration fighter κατά την ορολογία της USAF) YF-86C ή YF-93 παραγγέλθηκε σε δύο πρωτότυπα τον Δεκέμβριο του 1947, προκειμένου να συναγωνιστεί τα βαρέα δικινητήρια Lockheed F-90 και McDonnell F-88.
Υπενθυμίζουμε ότι τα τελευταία είχαν αρχίσει να αναπτύσσονται για την Strategic Air Command ήδη από το τέλος του 1945, σε ρόλο συνοδείας του στρατηγικού βομβαρδιστικού Β-36. Μεγαλύτερο σε όγκο (καθώς ο κινητήρας του διέθετε φυγοκεντρικό συμπιεστή) και περίπου 70% βαρύτερο από το F-86A, το F-93 διέθετε δύο πλευρικές αεροεισαγωγές για το βρετανικό κινητήρα RR Tay των 8.000 λιβρών (με μετάκαυση), που είχε λάβει τον αμερικανικό κωδικό J48. Αυτός ήταν, τότε, ο ισχυρότερος ίσως στροβιλοκινητήρας της Δύσης, αποδίδοντας 100% περισσότερη ώση από το J35, που προωθούσε, όπως είδαμε, τα αρχικά ΧΡ-86 του 1947, και 54% περισσότερη ώση από το J47. Έτσι, δεν είναι καθόλου περίεργο που το YF-93 ήταν απίστευτα ταχύ: έφθανε με άνεση τα 708 μ.α.ώ. ή τα 1.140 χ.α.ώ., ο δε ρυθμός ανόδου του (12.000 πόδια ανά λεπτό) ήταν κατά πολύ ανώτερος από του F-86A (7.500 πόδια ανά λεπτό).

Αλλά και ο οπλισμός του ήταν άκρως εντυπωσιακός, καθώς τα 6 «ισχνά» πολυβόλα είχαν αντικατασταθεί από ισάριθμα πυροβόλα των 20 χιλιοστών, με πολλαπλάσια ισχύ πυρός. Τέλος, χάρη σε μια εσωτερική χωρητικότητα καυσίμου που πλησίαζε τις 6.000 λίτρα (!), η εμβέλεια ανερχόταν σε 3.220 χιλιόμετρα. Το πρώτο από τα δύο πρωτότυπα αεροσκάφη απογειώθηκε τελικά από το Welch στις 24/1/1950, αλλά εκτοπίστηκε το ίδιο καλοκαίρι από το ανώτερο F-88 Voodoo (βλ. τεύχος 169).
Υπήρξε όμως και μία (μόνο) διθέσια έκδοση του Sabre. Συγκεκριμένα, το πρώτο από τα δύο προκεχωρημένα εκπαιδευτικά TF-86 πέταξε με πολύ μεγάλη καθυστέρηση στις 14/12/1953, εκφράζοντας την ανάγκη της ATC (Διοίκησης Αεροπορικής Εκπαίδευσης) για ένα διηχητικό εκπαιδευτικό αεριωθούμενο, σαφώς ανώτερο από το υπάρχον Τ-33 (βλ. προηγούμενο τεύχος). Η προσθήκη του δεύτερου κόκπιτ αύξησε το μήκος του αεροπλάνου κατά 160 εκατοστά, δηλαδή ο λόγος λεπτότητας της ατράκτου ήταν πλέον 8 προς 1, ενώ κατά τα άλλα ήταν ίδιο με το προαναφερθέν F-86F, από το οποίο προερχόταν.
Το πρώτο αεροσκάφος (που ήταν άοπλο) συνετρίβη τέσσερις μόνο μήνες μετά την πρώτη του πτήση, στις 17/3/1954, σκοτώνοντας το πλήρωμα, αλλά το δεύτερο (εφοδιασμένο με δύο πολυβόλα των 12,7 mm) χρησιμοποιήθηκε σε ρόλο «chase» στην Έντουαρντς για πολλά χρόνια. Τελικά, όμως, η USAF το απέρριψε για χάρη τού αμιγώς υπερηχητικού (Μ=1,3) διθέσιου πρωτοτύπου TF-100 Super Sabre του 1956 (που παραγγέλθηκε και κατασκευάστηκε σε 340 μονάδες ως F-100F). Έτσι, από τις 9.578 μονάδες της οικογένειας των Sabre/Sabre Dog/Fury, αυτές οι δύο ήταν και οι μόνες διθέσιες.

38 ΧΡΗΣΤΕΣ ΚΑΙ ΣΤΙΣ 5 ΗΠΕΙΡΟΥΣ 
Στην Αμερική, 5.800 F-86 όλων των τύπων υπηρέτησαν στην USAF και στην Εθνοφρουρά από τον Μάρτιο του 1949 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1970, ενώ οι ιπτάμενοι στόχοι QF-86 χρησιμοποιήθηκαν γι’ άλλα 10 χρόνια, περίπου. Για τα 1.115 Sabre του USN, γνωστά ως Fury, θα μιλήσουμε στο επόμενο τεύχος. Ο πρώτος, αλλά και ο μεγαλύτερος παγκοσμίως, εξαγωγικός χρήστης του μαχητικού της ΝΑΑ (με 900 περίπου μονάδες) ήταν ο Καναδάς, που επέλεξε τον τύπο ήδη από το 1949, προκειμένου να πλαισιώσει το «εγχώριο» και πανάκριβο CF-100 (ένα βαρύ δικινητήριο μαχητικό παντός καιρού, που πέταξε το 1950). Δεκαεννέα πολεμικές Μοίρες της RCAF χρησιμοποίησαν το CL-13 (όπως είδαμε ότι ονομαζόταν το καναδικής κατασκευής Sabre) από τον Απρίλιο του 1951 ώς τον Νοέμβριο του 1968.
Μετά τη λήξη του πολέμου στην Κορέα και την άφιξη του υπερηχητικού F-100 (1953), οι ΗΠΑ άρχισαν να παραχωρούν μικρές ποσότητες μεταχειρισμένων F-86F σε φίλες νοτιοαμερικανικές χώρες. Η Αργεντινή του Περόν είχε προσπαθήσει, στη δεκαετία του 1950, να αναπτύξει ένα δικό της διηχητικό μαχητικό, το γερμανικής σχεδίασης Pulqui II (βλ. τεύχος 162), όμως το 1960 το ακύρωσε και στη θέση του παρέλαβε 28 F-86F, που τα κράτησε ώς το 1986, χωρίς πάντως να τα χρησιμοποιήσει στα Φώκλαντς το 1982. Η Κολομβία χρησιμοποίησε μόλις 8 F-86F (εκ των οποίων τα πρώτα 6 ήταν καινούργια) από το 1956 ώς το 1971, όταν τα αντικατέστησε με Mirage.

Το Περού παρέλαβε 14 μεταχειρισμένα F-86F από τα αμερικανικά αποθέματα στο τέλος του 1955 και τα απέσυρε το 1979. Η Βενεζουέλα απέκτησε την ίδια χρονιά 30 F-86F, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν επιτυχώς στο πραξικόπημα του 1958, προσβάλλοντας με τα πολυβόλα τους το Προεδρικό Μέγαρο, το υπουργείο Aμυνας και πολλά άλλα κυβερνητικά κτίρια μέσα στο Καράκας. Ακολούθησαν, το 1967, 47 πρώην γερμανικά αναχαιτιστικά του μοντέλου «Κ». Η Χιλή χρησιμοποίησε 25 F-86F από το 1960 μέχρι το 1974. Η Ονδούρα ήταν η τελευταία χώρα στον κόσμο που παρέλαβε Sabre (17 F-86F το 1976) και τα κράτησε ώς το 1988. Το 1985 ένα αεροπλάνο της κατέρριψε ένα στρατιωτικό ελικόπτερο Mil Mi-8 του Ελ Σαλβαδόρ. Τέλος, η Βολιβία χρησιμοποίησε 9 F-86F από το 1973 μέχρι το 1996, δηλαδή ήταν ο τελευταίος χρήστης του τύπου παγκοσμίως.
Στην Ευρώπη, ο πρώτος χρήστης του Sabre ήταν η βρετανική RAF, η οποία διαπίστωσε, στις αρχές της δεκαετίας του 1950, ότι τα δύο εγχώρια διηχητικά μαχητικά (Hawker Hunter και Supermarine Swift) καθυστερούσαν απελπιστικά, με αποτέλεσμα να βασίζεται ακόμη στο ξεπερασμένο Gloster Meteor του Β΄ Π.Π. Έτσι, από τον Δεκέμβριο του 1952 μέχρι τον Δεκέμβριο του 1953, όχι λιγότερα από 431 καναδικής κατασκευής Sabre πέρασαν τον Ατλαντικό σε 10 παρτίδες (των 11-54 αεροσκαφών η κάθε μία) και υπηρέτησαν σε 10 Mοίρες της Fighter Command, κυρίως στην Γερμανία, ώς το τέλος του 1956 (άλλα 5 χάθηκαν κατά τη διαδρομή). Ένα από τα βρετανικά αεροπλάνα δοκίμασε τον κινητήρα Orpheus, ώσης 6.100 λιβρών.

Καναδικής κατασκευής CL-13 της Ελληνικής Βασιλικής Αεροπορίας

Ακολούθησαν στην Ευρώπη (το καλοκαίρι του 1954) η Ελλάδα (ΕΒΑ) και η Τουρκία (ΤΗΚ). Για τα ελληνικά αεροσκάφη και για το περίφημο ακροβατικό σμήνος που συγκρότησαν θα μιλήσουμε αναλυτικά σε επόμενο τεύχος, ενώ τα τουρκικά Sabre, που ήταν περίπου 170 στον αριθμό (117 ημέρας και περί τα 50 αναχαιτιστικά D), υπηρέτησαν μέχρι το 1969. Ο μεγαλύτερος και «μακροβιότερος» χρήστης του τύπου στα Βαλκάνια ήταν η Γιουγκοσλαβία, με 250+ μονάδες από το 1956 ώς το 1982. Σε πρώτη φάση (από το 1956), υιοθέτησε 121 καναδικής κατασκευής αεροπλάνα, ενώ το 1961 ακολούθησαν 130, περίπου, αναχαιτιστικά Sabre Dog.
Η Ομοσπονδιακή Γερμανία αποφάσισε να «χτίσει» τη νεοϊδρυθείσα (από το φθινόπωρο του 1956) Luftwaffe γύρω από το Sabre, το οποίο όμως ήταν, στην ουσία, ένα «ενδιάμεσο μαχητικό» (interim fighter) μέχρι την άφιξη του F-104. Έτσι, 300 καναδικής κατασκευής αεροπλάνα (όλα με τον ισχυρότερο κινητήρα Orenda) παρελήφθησαν την περίοδο 1957-59 και άλλα 88 αναχαιτιστικά (ιταλικής κατασκευής «Κ»), την περίοδο 1957-58. Όλα τους είχαν αποσυρθεί μέχρι το 1966.
Η Ισπανία του δικτάτορα Φράνκο, ως αντάλλαγμα για την εγκατάσταση αμερικανικών βάσεων στο έδαφός της (μια συμφωνία που επετεύχθη το 1953), παρέλαβε από το 1955 244 F-86F και τα κράτησε ώς το 1972. Η γειτονική Πορτογαλία του Σαλαζάρ παρέλαβε 75 F-86F το 1958 και τα απέσυρε το 1980. Μάλιστα, τα χρησιμοποίησε στη μάχη εναντίον των ανταρτών στην Γουϊνέα (τη σημερινή Γουϊνέα-Μπισάου) την περίοδο 1963-64.
Η Νορβηγία χρησιμοποίησε 115 F-86F και 60 αναχαιτιστικά Κ από το 1955 ώς το 1966. Από το 1956 μέχρι το 1973, σημαντικός χρήστης του τύπου ήταν και η Ιταλία, με 188 καναδικά μαχητικά ημέρας και 91 ιταλικά Sabre Dog (F-86Κ), από τα 221 που κατασκεύασε συνολικά η Fiat. Aλλες 3 ευρωπαϊκές χώρες χρησιμοποίησαν μόνο το αναχαιτιστικό Sabre Dog, και μάλιστα σε παρόμοιες ποσότητες. Η Γαλλία σε 60 μονάδες από το 1956 ώς το 1962, η Δανία σε 59 μονάδες, εφοδιασμένες με βρετανικό εκτινασσόμενο κάθισμα Martin-Baker, (1958-1966) και η Ολλανδία σε 62 μονάδες (1955-1964).

Στην Ασία, ο πρώτος χρήστης του τύπου ήταν η Ταϊβάν (Εθνικιστική Κίνα) με 320 μονάδες (όλες F-86F) την περίοδο 1954-1979. (Για την επιτυχή δράση των ταϊβανέζικων Sabre εναντίον των κινέζικων MiG, το φθινόπωρο του 1958, όπου το «σκορ» ήταν 31-2, βλ. τεύχος 160.) Η Ιαπωνία και συγκεκριμένα η JASDF έγινε ο τρίτος μεγαλύτερος χρήστης του Sabre, μετά την USAF και την RCAF. Όχι λιγότερα από 557 αεροπλάνα (435 ημέρας, εκ των οποίων τα 300 ήταν ιαπωνικής κατασκευής, και 122 αναχαιτιστικά) υπηρέτησαν πιστά επί 27 χρόνια (1955-1982), αποτελώντας τον «κορμό» της ιαπωνικής αεράμυνας μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1970, όταν 180 από αυτά ήταν ακόμη πλήρως επιχειρησιακά. Ο «μακροβιότερος» όμως χρήστης του μαχητικού της ΝΑΑ σε παγκόσμιο επίπεδο (32 χρόνια, από το 1955 ώς το 1987) ήταν η Νότια Κορέα, που παρέλαβε από τις ΗΠΑ 190 μονάδες, 150 F και 40 D.
Το Πακιστάν χρησιμοποίησε 210 F-86 (όλα ημέρας) από το 1956 ώς το 1980 και τα έριξε στη μάχη με μεγάλη επιτυχία εναντίον της Ινδίας δύο φορές, το 1965 και το 1971 (περισσότερα στο επόμενο τεύχος). Η βίαιη απόσχιση του Ανατολικού Πακιστάν από το Δυτικό, το 1971, βρήκε το νεοσύστατο Μπαγκλαντές με μερικές δεκάδες αεροπλάνα, αν και δύο χρόνια αργότερα αποσύρθηκαν όλα λόγω ανεπαρκούς συντήρησης.

Η Βιρμανία χρησιμοποίησε 12 Sabre από το 1968 ώς το 1981. Στην Ταϊλάνδη, 60 F-86 (40 F και 20 αναχαιτιστικά L) εξόπλισαν 3 Μοίρες από το 1960 ώς το 1976. Ομοίως, οι νησιωτικές Φιλιππίνες είχαν σε υπηρεσία 40 F-86F και 20 αναχαιτιστικά D από το 1957 ώς το 1984. Το αμερικανικό εμπάργκο εναντίον του Ισραήλ (που παρήγγειλε μεν, αλλά ουδέποτε παρέλαβε το F-86) στέρησε την ευκαιρία στο Sabre να σημειώσει κι άλλες καταρρίψεις στην Μέση Ανατολή. Εκεί, ο τύπος χρησιμοποιήθηκε ―σε μικρές ποσότητες και χωρίς να γνωρίσει δράση― μόνο από την Σαουδική Αραβία (16 μονάδες από το 1958 ώς το 1977), το Ιράκ (5 μονάδες είχαν προλάβει να παραδοθούν μέχρι το πραξικόπημα του 1958, που γρήγορα αποσύρθηκαν ελλείψει ανταλλακτικών) και από το Ιράν του Σάχη (απροσδιόριστος αριθμός στη δεκαετία του 1960, ως προσωρινή λύση μέχρι την έλευση του F-5).
Στην Αυστραλία, η αρχική επιλογή της RAAF από διηχητικά μαχητικά ήταν το βρετανικό Hawker P.1081 (Φεβρουάριος 1950), όμως μια παραγγελία 72 μονάδων ακυρώθηκε μετά τη συντριβή του μοναδικού πρωτοτύπου (1951). Έτσι, κατασκευάστηκαν κατόπιν αδείας 112 F-86 (CA-27) με κινητήρα Avon (βλ. παραπάνω) και παραδόθηκαν με πολύ αργό ρυθμό στην RAAF από το τέλος του 1954 ώς το 1961 (υπηρέτησαν ώς το 1971). Δεκαέξι από αυτά δόθηκαν αργότερα (1969) στην Μαλαισία, που τα κράτησε ώς το 1976, και άλλα 23 στην Ινδονησία (1973), από όπου αποσύρθηκαν το 1983.
Τέλος, οι 3 χρήστες του Sabre στην «Μαύρη Ήπειρο» ήταν η Νότια Αφρική, η Αιθιοπία και η Τυνησία. Η πρώτη αφρικανική χώρα αξιολόγησε υπό επιχειρησιακές συνθήκες τον τύπο στην Κορέα, εκτελώντας (με 22 F-86F) 1.470 πολεμικές εξόδους κατά το πρώτο εξάμηνο του 1953. Οι εντυπώσεις ήταν θετικές και αγοράστηκαν 34 καναδικά Sabre, που υπηρέτησαν από το 1956 ώς το 1980. Η δεύτερη αφρικανική χώρα εισήλθε με το Sabre στην εποχή της αεριώθησης, αγοράζοντας 25 F-86F από το 1960 και μετά. Τα χρησιμοποίησε μέχρι το 1986 και μάλιστα τα έριξε και στη μάχη (εναντίον της Σομαλίας) το 1977, σε ρόλο δίωξης-βομβαρδισμού. Η τρίτη αφρικανική χώρα εξόπλιζε τη μοναδική (!) πολεμική της Mοίρα με 12 F-86F από το 1969 ώς το 1978.
Επιμέλεια: Φαίδων. Γ. Καραϊωσηφίδης
Το άρθρο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το Μάρτιο του 2000, στο τεύχος 177 του περιοδικού ΠΤΗΣΗ. Πρώτη δημοσίευση στο ptisidiastima.com.

NORTH AMERICAN F-86 SABRE, το σημαντικότερο μαχητικό τζετ της Ιστορίας (ΑΡΧΕΙΟ ΠΤΗΣΗ, Μέρος 1ο)

Most Popular