RF-4C Ops: SAM, MiG και «καυτές» φωτογραφίες (μέρος β΄)

Το Phantom ήταν εκπληκτικό αεροπλάνο όμως η Τύχη δεν ήταν πάντα με το μέρος του πληρώματος. Το RF-4C του Ρέϋ Ρος χτυπήθηκε από πύραυλο στις 17 Νοεμβρίου 1965 κατά την διάρκεια μιας φωτοαναγνωριστικής αποστολής η οποία όπως λέει ήταν «αποστολή αυτοκτονίας» από την αρχή. Μια αλλαγή στόχου την τελευταία στιγμή είχε ως αποτέλεσμα καθυστέρηση 45 λεπτών, αρκετός χρόνος για να κρυώσουν τα βορειοβιετναμικά ραντάρ από την προηγηθείσα επιδρομή και να τεθούν ξανά σε λειτουργία.
«Την στιγμή που έστρεψα προς την σιδηροδρομική γραμμή «άναψε» ολόκληρος ο ουρανός» θυμάται. «Είχα SAM να έρχονται προς το μέρος μου, είχα και αντιαεροπορικά… Ο πρώτος πύραυλος πέρασε από πάνω μου και εξερράγη, ο δεύτερος ήταν πολύ χαμηλά όταν έσκασε και δεν με ενόχλησε και ο τρίτος ήταν αρκετά κοντά ώστε τα θραύσματα να βάλουν φωτιά στο αεροπλάνο μου».

Σβήνοντας τους κινητήρες, ο Ρος άρχισε να ανεμοπορεί ανατολικά προς τον Κόλπο του Τονκίνου σχεδιάζοντας να εγκαταλείψουν στα 5.000 πόδια –πιθανότατα πάνω από εχθρική περιοχή Λίγα λεπτά αργότερα το προειδοποιητικό φως για πυρκαγιά έσβησε. «Δεν έχω ιδέα γιατί… είτε η φωτιά έσβησε, ή κάηκαν τα καλώδια ή η λυχνία» λέει, ωστόσο κατάφερε να κάνει επανεκκίνηση κινητήρων και να πετάξει αρκετά μακριά πάνω από θάλασσα ώστε να εντοπίσει ένα αεροπλανοφόρο, το USS Intrepid. Και οι δύο εκτινάχθηκαν και περισυνελέγησαν.
O backseater ή GIB (Guy in Back) όπως ήταν γνωστό στην αργκό των αεροπόρων το δεύτερο μέλος του πληρώματος, ήταν μια επιπλέον άμυνα. Όλοι οι πιλότοι εκτιμούσαν ένα δεύτερο ζευγάρι μάτια. Στις ημερήσιες αποστολές ο GΙB ήταν σαν ένας ακόμη αισθητήρας, σημειώνει ο Μπρους Έντουαρντς. «Χειριζόταν το INS (αδρανειακό σύστημα ναυτιλίας) και σε άφηνε να κοιτάς περισσότερο έξω από το κόκπιτ» λέει χαρακτηριστικά.

Αν και αρχικά οι ιπτάμενοι που επάνδρωναν την πίσω θέση ήταν πιλότοι, η USAF δεν χρειάστηκε πολύ για να καταλάβει ότι η εκπαίδευση ενός Χειριστή Οπλικών Συστημάτων (Weapon Systems Officer) κόστιζε περίπου το ένα τρίτο εκείνης των πιλότων. Ακόμη και χωρίς κανονική εκπαίδευση πιλότου, αρκετοί WSO κατάφεραν να προσγειώσουν ένα χτυπημένο RF-4C με τον χειριστή του τραυματισμένο.
Σε μια αποστολή πάνω από το Λάος στις 16 Σεπτεμβρίου 1969 «το κόκπιτ εξερράγη και άκουσα ουρλιαχτά από μπροστά» θυμάται ο Τζέρυ Ντόμπερφουλ, πρώην ΧΟΣ αναγνωριστικών RF-4C. «Αρχίσαμε να πέφτουμε αλλά κατάφερα να τραβήξω πίσω το στικ και μόλις που αποφύγαμε το έδαφος και το βουνό μπροστά μας…»

Έχοντας ακούσει ότι οι κομμουνιστές Pathet Lao δεν έπαιρναν αιχμαλώτους ο Ντόμπερφουλ κατευθύνθηκε αρχικώς προς το Βόρειο Βιετνάμ όμως συνειδητοποιώντας πως το αεροσκάφος ήταν ακόμη πτήσιμο, έστρεψε δυτικά, προς την Ταϊλάνδη. Όταν πέρασαν τον ποταμό που χωρίζει το Λάος από την Ταϊλάνδη, έφερε τις μανέτες στο idle και πέταξε προς την αεροπορική βάση Nakhon Phanom, στα ανατολικά σύνορα της Ταϊλάνδης. Ο τραυματισμένος πιλότος μόλις που είχε τις αισθήσεις του, ωστόσο κατόρθωσε να κατεβάσει το σύστημα προσγείωσης και τα φλαπς.
Από το πίσω κάθισμα ο Ντόμπερφουλ δεν μπορούσε να γνωρίζει αν είχε κατέβη και το άγκιστρο ανάσχεσης. Αυτό που τον απασχολούσε ήταν ότι δεν είχε ορατότητα του διαδρόμου. Στην τελική προσέγγιση προσπάθησε με κινήσεις του πηδαλίου να δει μπροστά αλλά «τα τελευταία 300 πόδια ήταν καθαρή τύχη» λέει. «Η μεγαλύτερη ανακούφιση που ένιωσα στην ζωή μου ήταν όταν το άγκιστρο άρπαξε το συρματόσχοινο» προσθέτει. Πλήρωμα και αεροσκάφος σώθηκαν για να πετάξουν και πάλι.

Συχνά τα RF-4C έψαχναν για οχήματα στο Ho Chi Minh Trail κατά μήκος των συνόρων με το Λάος και φωτογράφιζαν τα αποτελέσματα των προσβολών από αέρος. Οι περισσότερες αποστολές πάνω από το ‘Trail’ γίνονταν νύκτα –αποστολές κατά τις οποίες το «άφοβοι» από το μόττο των αναγνωριστικών ομολογουμένως ξεθώριαζε λίγο. Η Μοίρα του Χειριστή Οπλικών Συστημάτων Κεν Μπάτλερ έχασε αρκετά αεροσκάφη νύκτα και όπως λέει «ποτέ δεν μάθαμε τί τους συνέβη, απλώς τους κατάπιε η ζούγκλα».
Στις νυκτερινές αποστολές τα πληρώματα φώτιζαν τον στόχο εκτοξεύοντας ειδικά φωτοφυσίγγια (flash cartridges) από θυρίδες στο πίσω μέρος της ατράκτου τα οποία με φωτιστική ισχύ 260 εκατομμυρίων κηρίων (αργότερα 1 δισ. κηρίων) λειτουργούσαν ως φλας κάνοντας την νύχτα μέρα. Εάν η αποστολή ήταν πάνω από το Νότιο Βιετνάμ, τα πληρώματα χρησιμοποιούσαν μέχρι επτά φωτοφυσίγγια. Πάνω από τον Βορρά όμως άφηναν μόνο τρία καθώς «στο τέταρτο φλας πιθανότατα θα σε συναντούσαν τα αντιαεροπορικά» σημειώνει ο Μπρους Έντουαρντς. Γι’ αυτό και ως επί το πλείστον στις αποστολές αυτές οι λήψεις φωτογραφιών γίνονταν με κάμερες υπερύθρων ή με απεικόνιση ραντάρ.

Oι βασικοί τύποι φωτομηχανών που χρησιμοποιούντο στις αποστολές ήταν οι κατακόρυφες, οι χαμηλές λοξές, οι υψηλές λοξές, οι πανοραμικές για φωτογράφιση από χαμηλά όσο και από μεγάλα ύψη και οι φωτομηχανές υπερύθρων συνεχούς λήψεως. Αναλόγως της αποστολής, ορισμένες φορές οι λοξές φωτομηχανές προσέφεραν περισσότερα πλεονεκτήματα συγκριτικά με τις κατακόρυφες καθώς μπορούσαν να καλύπτουν ευρύτερες περιοχές, επιτρέποντας έτσι την άντληση περισσοτέρων πληροφοριών.
Μάλιστα οι λοξές φωτομηχανές θεωρούντο ιδανικές για την φωτογράφιση στόχων μετά την προσβολή τους από φίλια αεροσκάφη (post strike recon) καθώς έδιναν στους φωτοερμηνευτές καλύτερη εικόνα για την εκτίμηση των ζημιών. Αν τα αποτελέσματα δεν ήταν τα αναμενόμενα, τα βομβαρδιστικά απογειώνονταν και πάλι για ένα δεύτερο, πιο αποτελεσματικό πλήγμα.

Με την επιστροφή του αναγνωριστικού στην βάση, οι φωτοτεχνίτες αφαιρούσαν τις θήκες με το φιλμ και τις μετέφεραν χωρίς καθυστέρηση στις κινητές εγκαταστάσεις εμφάνισης και φωτοερμηνείας PPIF (Photographic Processing and Interpretation Facility) οι οποίες ήταν εφοδιασμένες με δικές τους γεννήτριες και καύσιμο. Μόνο το 1969 τα αναγνωριστικά RF-4C έφεραν κάθε μήνα στην αεροπορική βάση Udorn 1 εκατ. πόδια αεροφωτογραφικού φιλμ για εμφάνιση!
Την ώρα που το πλήρωμα έδινε την αναφορά του, το φιλμ πήγαινε στο εμφανιστήριο όπου αποκτούσε «ταυτότητα» με την αναγραφή στοιχείων όπως αριθμό αναγνώρισης, ημερομηνία λήψης, τα ονόματα του πληρώματος που πέταξε την συγκεκριμένη αποστολή, ώρα λήψης των αεροφωτογραφιών κ.ά. Στην συνέχεια, από το σύνολο των αριθμημένων frames εντοπιζόταν οι ενδιαφέρουσες λήψεις με έμφαση στην ευκρίνεια για την καλύτερη δυνατή αξιολόγησή τους από τους φωτοερμηνευτές ενώ μετά τον εντοπισμό και την καταγραφή των συγκεκριμένων καρρέ, ταυτότητα αποκτούσε και το αρνητικό.

Σημειωτέον ότι κάθε λήψη είχε ήδη αποτυπωμένη την δική της ταυτότητα στην περιοχή πληροφοριών ή data block όπως ήταν γνωστή. Οι σύγχρονες φωτομηχανές αποτύπωναν αυτομάτως στο data block κάθε λήψης τυποποιημένες πληροφορίες ως προς την ακριβή θέση (γεωγραφικό μήκος και πλάτος) του αεροπλάνου την δεδομένη στιγμή, ταχύτητα, ύψος πτήσης και την κλίση που είχε κατά την διάρκεια της φωτογράφισης.
Γέφυρες, συγκεντρώσεις και κινήσεις στρατευμάτων, θέσεις αντιαεροπορικών πυραύλων, τίποτα που δεν ήταν άριστα παραλλαγμένο δεν ξέφευγε από τις κάμερες των Recce Phantoms. Ακόμη και εκείνα που είχαν επιμελώς παραλλαχθεί, το πιθανότερο ήταν να ανακαλυφθούν αργότερα καθώς τα αμερικανικά αναγνωριστικά έθεταν τις δραστηριότητες του εχθρού υπό διαρκή επιτήρηση. Η προσπάθεια αποκάλυψης των μυστικών του αντιπάλου ήταν μια συνεχής, απαιτητική και κατά κανόνα επικίνδυνη δουλειά. Η κατάρριψη ενός RF-4C (s/n 65-0829) της 11th TRS από βορειοβιετναμικό MiG-21F-13 στις 2 Δεκεμβρίου 1966 ήταν η οδυνηρή υπενθύμιση.

Το πλήρωμα του RF-4C και οι φωτοερμηνευτές έβαζαν στον χάρτη τις εικόνες της αποστολής. Eάν στην φάση της φωτοπληροφοριακής αξιοποίησης κρινόταν ότι οι λήψεις ήταν ανεπαρκείς ή ο στόχος δεν διακρινόταν καθαρά εξαιτίας των καιρικών συνθηκών είτε για οποιονδήποτε άλλο λόγο, π.χ ισχυρή αντιαεροπορική άμυνα, τα αναγνωριστικά θα επαναλάμβαναν την αποστολή πάνω από την ίδια περιοχή.
Μερικές φορές, οι Διοικητές αμερικανικών και συμμαχικών μονάδων ήθελαν και αυτοί φωτογραφίες για να κάνουν την δική τους φωτοερμηνεία. Σε περίπτωση που δεν υπήρχε κοντά αεροδρόμιο ή Ζώνη Προσγείωσης ελικοπτέρων, οι αεροφωτογραφίες παραδίδονταν με αεροσκάφος συνδέσμου/ταχυδρομείου U-3 ‘Blue Canoe’, την στρατιωτική έκδοση του δικινητήριου Cessna 310. Το αεροπλάνο πετούσε πάνω από την βάση και οι φωτογραφίες ρίπτονταν μέσα σε ειδικά κάνιστρα εφοδιασμένα με μικρό αλεξίπτωτο.
Καμμιά ιστορία με F-4 δεν είναι πλήρης χωρίς τις απαραίτητες ιστορίες τρόμου για την συντήρησή του. Ο Τζων Γκρηβ που πετούσε με Phantom την δεκαετία του ’70 δηλώνει πως ο χειρότερος εφιάλτης ήταν ένα κουτί με ασφάλειες κάτω από το πίσω εκτινασσόμενο κάθισμα. Για να γίνει reset στις ασφάλειες έπρεπε προηγουμένως να αφαιρεθεί το κάθισμα, μια δουλειά που θα κρατούσε τους τεχνικούς στο πόδι όλο το βράδυ.

Όλες οι εκδόσεις του F-4 είχαν συχνά αστοχίες του υδραυλικού συστήματος. Ένας παλιός crew chief θυμόταν την επιστροφή το 1965 ενός Phantom με αριθμό σειράς 64-1004 που είχε αναφέρει πρόβλημα στα υδραυλικά. «Ο πιλότος έπιασε (το συρματόσχοινο ανάσχεσης) αλλά είχε ακόμη μεγάλη ταχύτητα και (το αεροπλάνο) ανασηκώθηκε κι όπως έσκασε πάλι κάτω το ένα σκέλος διαπέρασε την πτέρυγα ενώ το άλλο τσακίστηκε. Για ενάμιση χρόνο ήταν ‘hangar queen’…»
Το συγκεκριμένο RF-4C δεν συνήλθε ποτέ εντελώς από εκείνο το ατύχημα. Η φήμη του ως ‘hangar queen’ (αργκό για τα προβληματικά αεροσκάφη που περνούν μεγάλο χρονικό διάστημα καθηλωμένα στο υπόστεγο) το συνόδευε μέχρι και την δεκαετία του ’80. Σήμερα λιάζεται έξω από το Μουσείο της αεροπορικής βάσης Edwards, ένας βετεράνος με κρυφά σημάδια από την εποχή του Βιετνάμ στην άτρακτο και δίχως κάμερες, τα μόνα του «όπλα» τότε πάνω από τον επικίνδυνο Βορρά.
Αλέξανδρος Θεολόγου
 

Most Popular